FANDOM


Ιατρική Ορολογία

Medicine Nomenclature


Medicine-Surgery-01-goog

Ιατρική.

Περιλαμβάνονται ιατρικοί όροι

Κατάλογος Ιατρικών ΌρωνEdit

Πίνακας περιεχομένων: 0–9 Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω



ΑEdit

Medicine-02-goog

Ιατρική.

Medicine-01-goog

Ιατρική.

Medicine-Surgery-02-goog

Ιατρική.

Medicine-Emergency-goog

Ιατρική.

Αγγειογραφία: λήψη εικόνων της πορείας των αγγείων μετά από έγχυση σκιαγραφικού. Σε ασθενείς με καρκίνο, μπορεί να πραγματοποιηθεί για να προσδιοριστεί η αιμάτωση του όγκου πριν την επέμβαση, να τοποθετηθεί καθετήρας ή αντλία έγχυσης φαρμάκων ή να εντοπιστεί η θέση αγγειακών βλαβών.


Αδενοκαρκίνωμα: κακοήθης νεοπλασία, που προέρχεται από τον αδενικό ιστό (π.χ. καρκίνος μαστού, πνεύμονα, θυρεοειδούς, παχέος εντέρου, παγκρέατος).


Αδένωμα: καλοήθης νεοπλασία, που προέρχεται από τον αδενικό ιστό (π.χ. αδένωμα μαστού, πνεύμονα, θυρεοειδούς, παχέος εντέρου, παγκρέατος).


Αδιαφοροποίητος: όγκος, τα κύτταρα του οποίου στο μικροσκόπιο δεν μοιάζουν με αυτά του ιστού, από τον οποίο αφαιρέθηκε. Οι αδιαφοροποίητοι όγκοι τείνουν να εξαπλώνονται ταχύτερα από τους καλώς διαφοροποιημένους όγκους, που μοιάζουν με τον φυσιολογικό ιστό προέλευσής τους (βλ. και αναπλαστικός όγκος, πτωχής διαφοροποίησης όγκος, καλής διαφοροποίησης όγκος).


Αδρανές φάρμακο (Placebo): αδρανής ουσία, που χρησιμοποιείται σε ερευνητικές ή κλινικές μελέτες. Χορηγείται για να περιοριστεί το φαινόμενο της βελτίωσης της κατάστασης του ασθενούς, που οφείλεται στην πεποίθησή του ότι βρίσκεται υπό κάποια φαρμακευτική αγωγή.


Αιματοεγκεφαλικός φραγμός: πρόκειται για μικροσκοπική δομή στον εγκέφαλο, που διαχωρίζει τα εγκεφαλικά τριχοειδή αιμοφόρα αγγεία από τα νευρικά κύτταρα. Με αυτόν τον τρόπο αποτρέπεται η είσοδος ορισμένων ουσιών στον εγκεφαλικό ιστό. Πολλά αντικαρκινικά φάρμακα δεν είναι δυνατό να χορηγηθούν για την αντιμετώπιση όγκων του εγκεφάλου επειδή δεν διέρχονται από τον φραγμό αυτό, ενώ ορισμένα άλλα φάρμακα διέρχονται και χρησιμοποιούνται. Με ορισμένες τεχνικές είναι δυνατή η προσωρινή κατάργηση του αιματοεγκεφαλικού φραγμού, με αποτέλεσμα να είναι αποτελεσματική η χορήγηση περισσότερων αντικαρκινικών φαρμάκων.


Αιματοκρίτης: αποτελεί εργαστηριακό δείκτη εκτίμησης του αριθμού των ερυθροκυττάρων του αίματος. Οι φυσιολογικές τιμές του αιματοκρίτη είναι 40 - 45 στους άνδρες και 37 - 42 στις γυναίκες. Ο χαμηλός αιματοκρίτης αποτελεί ένδειξη αναιμίας.


Αιματουρία: αποτελεί την παρουσία αίματος στα ούρα. Μπορεί να είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού στα ούρα (μακροσκοπική) ή όχι (μικροσκοπική).


Αιμολυτική αναιμία: οφείλεται στην καταστροφή των ερυθροκυττάρων στο αίμα πριν την συμπλήρωση του φυσιολογικού κύκλου τους (περίπου 120 ημέρες).


Αιμοπετάλια: αποτελεί έναν εκ των τριών τύπων κυττάρων του αίματος. Ο φυσιολογικός αριθμός των αιμοπεταλίων είναι 150.000 - 300.000. Τα αιμοπετάλια συμμετέχουν στην πήξη του αίματος. Σε ορισμένους καρκινοπαθείς πραγματοποιούνται μεταγγίσεις αιμοπεταλίων (εάν έχει μειωθεί ο αριθμός τους), ώστε να προληφθεί ή να ελεγχθεί κάποια αιμορραγία.


Αιμορραγική κυστίτιδα: φλεγμονή της ουροδόχου κύστης, που μπορεί να οφείλεται σε ορισμένα αντικαρκινικά φάρμακα.


Αιμοσφαιρίνη: πρωτεΐνη των ερυθροκυττάρων του αίματος, απαραίτητη για την μεταφορά του οξυγόνου. Η φυσιολογική τιμή της αιμοσφαιρίνης στους άνδρες είναι 13 - 15 και στις γυναίκες 12,5 - 14.


Ακράτεια: ακούσια απώλεια ούρων ή κοπράνων, που οφείλεται συνήθως σε απώλεια ελέγχου μυών ή βλάβη νεύρων (που συσχετίζονται με την ούρηση ή την αφόδευση).


Ακτίνες γ: μορφή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, που παράγεται από ραδιενεργές πηγές.


Ακτινοβολία δέσμης ηλεκτρονίων: μορφή δέσμης, που δεν διεισδύει εις βάθος στο σώμα (όπως συμβαίνει με τις ακτίνες Χ). Χρησιμοποιείται στην ακτινοθεραπεία νεοπλασμάτων του δέρματος ή βλαβών, που βρίσκονται αμέσως κάτω από το δέρμα.


Ακτινοευαισθητοποιός ουσία: ουσία, που χορηγείται παράλληλα με την εφαρμογή της ακτινοθεραπείας, ώστε να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα της θεραπείας.


Ακτινοευαίσθητος: όγκος, που συνήθως ανταποκρίνεται στην ακτινοθεραπεία. Στην αντίθετη περίπτωση, ο όγκος ονομάζεται ακτινοάντοχος.


Ακτινοθεραπεία: μορφή θεραπείας, που χρησιμοποιεί ακτινοβολία υψηλής ενέργειας για την αντιμετώπιση του καρκίνου. Η ακτινοβολία παράγεται από μηχανήματα, που εκπέμπουν ακτίνες Χ (γραμμικός επιταχυντής), ή ραδιενεργές πηγές, που εκπέμπουν ακτίνες γ. Επιπλέον, με την ακτινοβόληση είναι δυνατή η μείωση του μεγέθους του όγκου πριν από την χειρουργική αντιμετώπιση ή η εξάλειψη των εναπομεινάντων καρκινικών κυττάρων μετά την επέμβαση. Τέλος, συμβάλλει στην αντιμετώπιση όγκων, που υποτροπιάζουν, ή στην ανακούφιση από τα συμπτώματα της νόσου.


Ακτινολόγος: ιατρός, που έχει ειδικευτεί στην διάγνωση νοσημάτων με την χρήση απεικονιστικών μεθόδων (απλές ακτινογραφίες, υπερηχογράφημα, αξονική τομογραφία, μαγνητική τομογραφία, κ.α.). Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται νέες ακτινολογικές τεχνικές για θεραπευτικούς σκοπούς («επεμβατική ακτινολογία»).


Ακτινοθεραπευτής - ογκολόγος: ιατρός, που έχει ειδικευτεί στην αντιμετώπιση του καρκίνου με την χρήση ακτινοβολίας (ακτινοθεραπεία).


Αλκαλική φωσφατάση: αποτελεί ένζυμο του αίματος, η μέτρηση των επιπέδων του οποίου χρησιμοποιείται για διαγνωστικούς σκοπούς. Βρίσκεται σε αυξημένα επίπεδα σε ασθενείς με απόφραξη της χολής (διάφορα ηπατικά νοσήματα, κακοήθεις βλάβες του ήπατος) ή με νοσήματα των οστών, συμπεριλαμβανομένων των οστικών κακοηθειών. Υπάρχει μέθοδος διάκρισης της αύξησης του ενζύμου, που οφείλεται σε ηπατική ή οστική βλάβη.


Αλκυλιούντες παράγοντες: ομάδα αντικαρκινικών φαρμάκων, που συνδέονται με το DNA των καρκινικών κυττάρων και παρεμποδίζουν την κυτταρική διαίρεση.


Αλωπεκία: μερική ή ολική απώλεια των τριχών, που μπορεί να οφείλεται σε ακτινοθεραπεία στην κεφαλή (οπότε είναι πιθανό και να μην επανέλθει πλήρως η τριχοφυΐα μετά την θεραπεία) ή στην χορήγηση ορισμένων χημειοθεραπευτικών φαρμάκων (οπότε επανέρχεται η τριχοφυΐα).


Αμηνόρροια: προσωρινή ή μόνιμη διακοπή της εμμηνορρυσίας. Μπορεί να προκληθεί από σοβαρό σωματικό ή συναισθηματικό στρες. Μερικά αντικαρκινικά φάρμακα πιθανώς να προκαλέσουν αμηνόρροια, ιδιαίτερα εάν η γυναίκα βρίσκεται κοντά στην έναρξη της εμμηνόπαυσης.


Αμιάντωση: βλάβη των πνευμόνων και του υπεζωκότα (δηλαδή της μεμβράνης που επενδύει τους πνεύμονες) λόγω εισπνοής σκόνης αμιάντου. Η κατάσταση αυτή αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του πνεύμονα ή του υπεζωκότα (μεσοθηλίωμα).


Αμινοξέα: δομικά συστατικά των πρωτεϊνών του οργανισμού.


Αναιμία: αιματολογική διαταραχή, που οφείλεται σε μικρότερη της φυσιολογικής ποσότητα αιμοσφαιρίνης ή μειωμένο αριθμό ερυθροκυττάρων. Εμφανίζεται σε αιμορραγία, μη φυσιολογική παραγωγή κυττάρων του αίματος από τον μυελό των οστών ή βραχύ χρόνο ζωής των παραγόμενων κυττάρων του αίματος. Στα συμπτώματα της αναιμίας περιλαμβάνονται κόπωση, δύσπνοια και αδυναμία.


Αναλγητικό: φάρμακο, που ανακουφίζει από τον πόνο. Τα αναλγητικά μπορεί να είναι ελαφρά (ασπιρίνη, ακεταμινοφαίνη), ισχυρότερα (κωδεΐνη) ή πολύ ισχυρά (μορφίνη). Επίσης υπάρχουν πολλά ήπια ή ισχυρά συνθετικά αναλγητικά.


Αναπλαστικός όγκος: όγκος, τα κύτταρα του οποίου στο μικροσκόπιο δεν μοιάζουν με αυτά του φυσιολογικού ιστού από τον οποίο αφαιρέθηκε. Συχνά είναι αδύνατο να πει κανείς από πού προέρχεται ο όγκος εκτός εάν γνωρίζει το όργανο, που έγινε η βιοψία, ή βασιστεί σε άλλα στοιχεία.


Αναρρόφηση: αφαίρεση υγρού ή ιστού με βελόνα ή άλλο όργανο από συγκεκριμένες περιοχές του σώματος. Εφαρμόζεται για να τεθεί η διάγνωση ή για την ανακούφιση από κάποια συμπτώματα.


Αναρρόφηση με λεπτή βελόνα (FNA): αποτελεί απλό και ανώδυνο τρόπο λήψης μικρών τεμαχιδίων ιστού για διαγνωστικούς σκοπούς. Υπό τοπική αναισθησία, εισάγεται μέσω του δέρματος μία βελόνα στον όγκο και αναρροφάται μικρό ιστοτεμαχίδιο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η FNA αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της πρώιμης διάγνωσης της νόσου. Όμως, υπάρχει πιθανότητα με την μέθοδο αυτή, το ποσό του ιστού να μην επαρκεί για να τεθεί η διάγνωση.


Αναστόμωση: σημείο συνένωσης δύο κοίλων οργάνων. Συνήθως, αναφέρεται στην συνένωση δύο εντερικών τμημάτων μετά από αφαίρεση της περιοχής, που είχε προσβληθεί από τον καρκίνο.


Ανδρογόνα: ανδρικές γεννητικές ορμόνες (τεστοστερόνη). Υπάρχουν και αρκετές συνθετικές ορμόνες με θεραπευτική σημασία.


Ανευπλοειδή: καρκινικά κύτταρα, που δεν φέρουν τον φυσιολογικό αριθμό χρωμοσωμάτων (46 χρωμοσώματα). Τα καρκινικά κύτταρα, που έχουν 46 χρωμοσώματα, καλούνται ευπλοειδή. Συνήθως, οι ανευπλοειδείς όγκοι έχουν δυσμενέστερη πρόγνωση.


Ανοσοηλεκτροφόρηση: μέθοδος διαχωρισμού των γ-σφαιρινών του ορού ανάλογα με τις ανοσολογικές ιδιότητες.


Ανοσοθεραπεία: μέθοδος αντικαρκινικής θεραπείας, κατά την οποία διεγείρεται το ανοσολογικό σύστημα του οργανισμού για να καταπολεμήσει την νόσο.


Ανοσοκατασταλτικά φάρμακα: φάρμακα, που τροποποιούν την φυσιολογική ανοσολογική απάντηση, ώστε αυτή να είναι μειωμένη. Χορηγούνται συνήθως μετά από μεταμοσχεύσεις, ώστε να μην απορριφθεί το μόσχευμα.


Ανοσοκαταστολή: κατάσταση κατά την οποία υπάρχει μειωμένη ανοσολογική απάντηση, με αποτέλεσμα ο οργανισμός να είναι ευπαθής σε λοιμώξεις ή άλλα νοσήματα.


Ανοσολογικό σύστημα: είναι υπεύθυνο για την καταπολέμηση των λοιμώξεων και άλλων νοσημάτων. Κύριοι αμυντικοί παράγοντες είναι τα λευκοκύτταρα του αίματος και τα αντισώματα, τα οποία - μαζί με άλλους ειδικούς αμυντικούς μηχανισμούς αποσκοπούν στην καταστροφή των ξένων ουσιών που εισέρχονται στον οργανισμό.


Ανοσία: κατάσταση επαρκούς άμυνας του οργανισμού έναντι των μικροοργανισμών ή άλλων ξένων ουσιών. Πιστεύεται ότι ορισμένες μορφές καρκίνου προκαλούν ανοσολογικές απαντήσεις του οργανισμού.


Αντιγόνα: ουσίες που διεγείρουν το ανοσολογικό σύστημα.


Αντιεμετικά φάρμακα: χορηγούνται για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση της ναυτίας και των εμέτων.


Αντιμεταβολίτες: ομάδα αντικαρκινικών φαρμάκων, που παρεμποδίζουν τον μεταβολισμό των κυττάρων. Συνδέονται με τα ένζυμα των καρκινικών κυττάρων και παρεμβαίνουν στις χημικές διεργασίες.


Αντίσωμα: πρωτεΐνη (γ-σφαιρίνη), που παράγεται ως απάντηση σε κάποια ξένη πρωτεΐνη ή αντιγόνο. Εάν η ίδια ξένη ουσία επανακυκλοφορήσει στον οργανισμό, τα λευκοκύτταρα την αναγνωρίζουν και παράγουν ειδικά αντισώματα για να την εξουδετερώσουν.


Αντλίες συνεχούς έγχυσης: συσκευές συνεχούς χορήγησης χημειοθεραπευτικών φαρμάκων ενδοφλεβίως.


Αντοχή, αντίσταση: μη ανταπόκριση του όγκου στην ακτινοθεραπεία ή την χημειοθεραπεία. Μπορεί να παρατηρηθεί είτε κατά την διάρκεια της πρώτης (αρχικής) θεραπείας είτε μετά την αρχική ανταπόκριση σε αυτήν.


Άνω κοίλη φλέβα: μεγάλη φλέβα, που παροχετεύει το αίμα από την κεφαλή, τον τράχηλο και τα άνω άκρα και το επαναφέρει στην καρδιά.


Αξονική τομογραφία: βλ. υπολογιστική τομογραφία.


Απόλυτος αριθμός ουδετεροφίλων: αριθμός λευκοκυττάρων (πολυμορφοπύρηνα), τα οποία φαγοκυτταρώνουν και καταστρέφουν τα μικρόβια. Υπάρχει πιθανότητα σοβαρής λοίμωξης εάν είναι λιγότερα από 1.000.


Απόχρεμψη: υλικό, που αποβάλλεται με τον βήχα από τους πνεύμονες.


Ασβέστιο: σημαντικό ιχνοστοιχείο του οργανισμού, που αποτελεί ζωτικό συστατικό των οστών. Τα επίπεδα του ασβεστίου του ορού μπορεί να αυξηθούν σε περιπτώσεις οστικών κακοηθειών.


Ασκίτης: παθολογική συλλογή υγρού στην κοιλιά λόγω καρκίνου ή άλλων νοσημάτων.


Ατροφία: εκφυλισμός ή μείωση του μεγέθους ενός ιστού ή μέρους του σώματος. Είναι πιθανό να οφείλεται σε παρατεταμένη αχρηστία (λόγω ακινητοποίησης ή μακροχρόνιας παραμονής στο κρεβάτι) ή σε πίεση από παρακείμενο όγκο.


Άτυπος: μη υποκείμενος σε φυσιολογική διαδικασία. Ο καρκίνος οφείλεται σε άτυπη κυτταρική διαίρεση.


Αυτοανοσία: κατάσταση κατά την οποία το ανοσολογικό σύστημα στρέφεται εναντίον του ίδιου του οργανισμού.


Αυτόλογη μεταμόσχευση: αφαίρεση ιστού από τον ασθενή (ιδίως του μυελού των οστών) και επαναφορά του μετά την ολοκλήρωση της χημειοθεραπείας.


Αυτοσωματικός: μη φυλοσύνδετη κληρονομικότητα. Τα κληρονομούμενα χαρακτηριστικά δεν εξαρτώνται από γονίδια, που βρίσκονται στα χρωμοσώματα του φύλου (Χ, Υ).


Α-φετοπρωτεΐνη: πρωτεΐνη του αίματος, που αυξάνεται σε ασθενείς με ορισμένες μορφές καρκίνου (π.χ. ήπατος, όρχεων).

ΒEdit

Βαθμός κακοήθειας του όγκου: τρόπος περιγραφής των όγκων, ανάλογα με την μικροσκοπική εμφάνιση. Οι όγκοι χαμηλής κακοήθειας αναπτύσσονται και διασπείρονται βραδέως, ενώ οι όγκοι υψηλής κακοήθειας αναπτύσσονται και διασπείρονται ταχέως.


Βαριούχο γεύμα: ακτινολογική μελέτη του πεπτικού σωλήνα κατά την οποία ο ασθενής καταπίνει βαριούχο ουσία, ενώ ο ακτινολόγος αναζητεί σημεία στένωσης, μορφολογικής ανωμαλίας ή απόφραξης. Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία, πλην της νηστείας.


Βαριούχος υποκλυσμός: ακτινολογική μελέτη του παχέος εντέρου κατά την οποία χορηγείται στους ασθενείς μείγμα βαρίου υπό μορφή υποκλυσμού, πριν ληφθούν οι ακτινογραφίες. Συνήθως, πριν την εξέταση, χορηγούνται υπακτικά στον ασθενή ή γίνονται τακτικοί υποκλυσμοί για να καθαριστεί το έντερο.


Βασικοκυτταρικό Καρκίνωμα: μορφή καρκίνου του δέρματος, που αναπτύσσεται αργά και είναι ιάσιμη σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις με χειρουργική ή άλλη τοπική θεραπεία.


Βιοχημικός Έλεγχος Αίματος: περιλαμβάνει μετρήσεις ηλεκτρολυτών και πρωτεϊνών και έλεγχο της ηπατικής, νεφρικής και θυρεοειδικής λειτουργίας. Τα αποτελέσματα βγαίνουν την ίδια ημέρα ή την επόμενη.


Βιοψία: χειρουργική αφαίρεση μικρού τμήματος ιστού για να τεθεί η διάγνωση. Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, απαιτείται βιοψία για να γίνει ο προγραμματισμός της θεραπείας. Μερικές φορές, για να τεθεί η διάγνωση, αρκεί η βιοψία με βελόνα, ενώ σε άλλες απαιτείται αφαίρεση μικρού τεμαχιδίου ιστού. Η βιοψία αποτελεί το πρώτο βήμα για την οριστική χειρουργική επέμβαση, που επιβεβαιώνει την διάγνωση και παράλληλα - αποσκοπεί στην ίαση του καρκίνου με την αφαίρεση του όγκου.


Βιοψία με βελόνα: αφαίρεση μικρού τμήματος ιστού με εισαγωγή βελόνας εντός του όγκου για την διάγνωση της νόσου. Η διαδικασία γίνεται συνήθως υπό τοπική αναισθησία.


Β-κύτταρα: τα λεμφοκύτταρα συσχετίζονται άμεσα με την ανοσολογική απάντηση. Βρίσκονται στο αίμα, τους λεμφαδένες και διάφορα άλλα όργανα. Υπάρχουν δύο τύποι λεμφοκυττάρων: τα Β-κύτταρα και τα Τ-κύτταρα. Είναι πολύ σημαντικό να γίνει αυτή η διάκριση στην περίπτωση των λεμφωμάτων, καθώς η θεραπεία και η πρόγνωση διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με το εάν τα λεμφώματα προέρχονται από Β- ή Τ-κύτταρα.


Βλαστική βλάβη: οστική βλάβη, που ακτινολογικά φαίνεται ότι παρουσιάζει μεγαλύτερη πυκνότητα ασβεστίου από το φυσιολογικό.


Βλεννογόνος: εσωτερική μεμβράνη, που επενδύει όργανα ή ιστούς (π.χ. γαστρεντερικός σωλήνας, κόλπος, μύτη).


Βραχυθεραπεία: τύπος ακτινοθεραπείας με χρήση ραδιενεργούς πηγής, που εμφυτεύεται στον όγκο. Με τον τρόπο αυτό, χορηγείται υψηλή (αλλά αυστηρά εντοπισμένη) δόση ακτινοβολίας στον όγκο και διαφυλάσσονται οι παρακείμενοι υγιείς ιστοί από την σοβαρή έκθεση στην ακτινοβολία.


Βρογχογενές Καρκίνωμα: καρκίνωμα των πνευμόνων.


Βρογχοσκόπηση: εξέταση των αεραγωγών (βρόγχοι), που οδηγούν στους πνεύμονες με την βοήθεια ενός μακρού σωλήνα (βρογχοσκόπιο), το οποίο εισάγεται από την μύτη ή το στόμα. Συνδυάζεται συχνά με βιοψία. Η διαδικασία πραγματοποιείται στο εξωτερικό ιατρείο υπό τοπική αναισθησία και καταστολή.


BCG: υλικό που προέρχεται από νεκρά βακτηρίδια φυματίωσης πτηνών. Έχει χρησιμοποιηθεί ως θεραπεία αντιμετώπισης του καρκίνου, με στόχο την διέγερση του ανοσολογικού συστήματος.


ΓEdit

Γονίδιο: βιολογική μονάδα του DNA, ικανή να μεταβιβάσει ένα χαρακτηριστικό από τον γονέα στο παιδί.


Γραμμικός επιταχυντής: μηχάνημα ακτινοθεραπείας, που παράγει ακτινοβολία υψηλής ενέργειας.


Γυναικομαστία: διόγκωση μαστών στους άνδρες. Αν και μπορεί να προκαλείται από φάρμακα ή άλλα νοσήματα, σε καρκινοπαθείς οφείλεται συνήθως - σε νεοπλασίες των όρχεων ή την χορήγηση ορμονών, που χρησιμοποιούνται στην θεραπεία του καρκίνου του προστάτη.


Centigray (cGy): μονάδα μέτρησης της ακτινοβολίας, που έχει αντικαταστήσει την παλαιότερη μονάδα rads.


ΔEdit

Δειγματοληψία: αφαίρεση τμήματος ιστού προς εξέταση για διαγνωστικούς σκοπούς.


Δείκτες κυτταρικής επιφάνειας: πρωτεΐνες, που βρίσκονται στην κυτταρική επιφάνεια και χρησιμοποιούνται για την ταυτοποίηση (αναγνώριση) των κυττάρων.


Δεοξυριβονουκλεϊνικό Οξύ (DNA): δομικό συστατικό του γενετικού υλικού. Είναι υπεύθυνο για την μεταβίβαση των κληρονομικών χαρακτηριστικών, που αφορούν την ανάπτυξη, την διαίρεση και την λειτουργία των κυττάρων.


Διαταραχές πηκτικότητας: η πήξη του αίματος είναι σύνθετη διεργασία, κατά την οποία υπάρχει αλληλεπίδραση πολλών διαφορετικών παραγόντων. Η μείωση ή η απουσία μίας εξ αυτών των ουσιών προκαλεί διαταραχή της πηκτικότητας του αίματος. Ορισμένες διαταραχές είναι κληρονομικές (π.χ. αιμορροφιλία) και άλλες είναι επίκτητες. Μία συνηθισμένη διαταραχή, που συσχετίζεται με τον καρκίνο, είναι η μείωση του αριθμού των αιμοπεταλίων (θρομβοκυτταροπενία), που οφείλεται στην χημειοθεραπεία ή την ακτινοθεραπεία. Σε αυτήν την περίπτωση απαιτούνται μεταγγίσεις αιμοπεταλίων για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα.


Διαφοροποίηση: διαδικασία εξέλιξης των καρκινικών κυττάρων. Εάν τα καρκινικά κύτταρα είναι καλώς διαφοροποιημένα, τότε ομοιάζουν με τα φυσιολογικά κύτταρα του ιστού από τον οποίο προέρχονται.


Διηθητικός Καρκίνος: νεοπλασία που επεκτείνεται στους υγιείς ιστούς, οι οποίοι περιβάλλουν την αρχική εστία του όγκου.


Διουρητικά: φάρμακα που αυξάνουν την αποβολή νερού και άλλων ουσιών στα ούρα.


Δυσουρία: δυσκολία, πόνος ή αίσθημα καύσου κατά την ούρηση.


Δυσπλασία: παθολογική ανάπτυξη ή μορφολογικές μεταβολές κυττάρων, που μερικές φορές αποτελούν ένδειξη κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου.


ΕEdit

Ειδικό προστατικό αντιγόνο: τα επίπεδα του PSA αυξάνονται στον καρκίνο του προστάτη και άλλες παθολογικές καταστάσεις. Αποτελεί χρήσιμο δείκτη παρακολούθησης της αποτελεσματικότητας της θεραπείας.


Ειλεοστομία: τεχνητή δίοδος στο δέρμα του κοιλιακού τοιχώματος, που επικοινωνεί με το λεπτό έντερο (βλ. και στομία).


Εκλεκτική αγγειογραφία: ακτινολογική απεικόνιση οργάνου μετά από έγχυση σκιαγραφικού στην αρτηρία, που αιματώνει το αντίστοιχο όργανο.


Έλκος: πληγή, που οφείλεται σε καταστροφή των φυσιολογικών ιστών από ορισμένες ερεθιστικές ουσίες (π.χ. οξέα στομάχου, χημικές ουσίες), λοιμώξεις, κακή κυκλοφορία του αίματος ή καρκινικές βλάβες.


Αιματικά Έμβολα: πήγματα αίματος, ομάδες καρκινικών κυττάρων ή άλλα παθολογικά στοιχεία, που (μέσω της κυκλοφορίας) μεταναστεύουν και εγκαθίστανται σε μικρές αρτηρίες ή τριχοειδή (π.χ. στους πνεύμονες).


Εμβολισμός: μέθοδος θεραπευτικής αντιμετώπισης νεοπλασιών εντοπισμένων περιοχών, που συνίσταται στην απόφραξη της αιματικής παροχής της συγκεκριμένης περιοχής. Εισάγεται στην αρτηρία ένας λεπτός σωλήνας (καθετήρας) και κατόπιν εγχύονται ουσίες, που προκαλούν απόφραξη των μικρών αρτηριών. Μπορεί να γίνει έγχυση και χημειοθεραπευτικών παραγόντων στην περιοχή (χημειοεμβολισμός).


Έμμεση λαρυγγοσκόπηση: επισκόπηση του λάρυγγα και του φάρυγγα με την βοήθεια οργάνου με καθρέπτη, που τοποθετείται στο πίσω μέρος του φάρυγγα (βλ. και λαρυγγοσκόπηση).


Έμμορφα στοιχεία του αίματος, κύτταρα του αίματος: περιλαμβάνουν τα ερυθροκύτταρα, τα λευκοκύτταρα και τα αιμοπετάλια. Παράγονται στον μυελό των οστών.


Ενδαρτηριακά: έγχυση φαρμάκων σε αρτηρία μέσω καθετήρα.


Ενδοκρινείς Αδένες: όργανα (π.χ. υπόφυση, θυρεοειδής, ωοθήκες, όρχεις) που εκκρίνουν ειδικές ουσίες (ορμόνες), οι οποίες ελέγχουν την πέψη, την αναπαραγωγή, την ανάπτυξη, τον μεταβολισμό ή άλλες λειτουργίες του οργανισμού.


Ενδομυϊκά: έγχυση φαρμάκου σε μία μυϊκή ομάδα, από όπου απορροφάται στην κυκλοφορία.


Ενδοπεριτοναϊκά: χορήγηση φαρμάκων ή υγρών στην περιτοναϊκή κοιλότητα.


Ενδορραχιαία: χορήγηση φαρμάκων στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.


Ενδοσκόπηση: εξέταση της εσωτερικής επιφάνειας διάφορων οργάνων με την βοήθεια ενδοσκοπίου. Ο ιατρός, κατά την ενδοσκόπηση, μπορεί να πάρει εικόνες και να αφαιρέσει ένα μικρό δείγμα ιστού ή έναν μικρό όγκο.


Ενδοσκόπιο: όργανο εξέτασης της εσωτερικής επιφάνειας κοίλων οργάνων ή κοιλοτήτων του σώματος. Υπάρχουν διάφοροι ειδικοί τύποι ενδοσκοπίων, όπως είναι το κυστεοσκόπιο (εξέταση ουροδόχου κύστης), το κολονοσκόπιο (εξέταση παχέος εντέρου), το γαστροσκόπιο (εξέταση στομάχου) και το βρογχοσκόπιο (εξέταση πνεύμονα).


Ενδοϋπεζωκοτικά: χορήγηση φαρμάκων ή υγρών στον χώρο γύρω από τους πνεύμονες (υπεζωκοτική κοιλότητα).


Ενδοφλέβια: χορήγηση φαρμάκων ή υγρών σε φλέβα.


Ενδοφλέβια πυελογραφία: ακτινογραφία νεφρών, που λαμβάνεται μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σκιαγραφικού (το οποίο συγκεντρώνεται και αποβάλλεται από τους νεφρούς).


Ένζυμα: πρωτεΐνες, που συμμετέχουν σε ειδικές χημικές αντιδράσεις. Η μέτρηση παθολογικών επιπέδων διαφόρων ενζύμων στο αίμα αποτελεί εργαστηριακή ένδειξη πολλών νοσημάτων.


Εξαγγείωση: έξοδος υγρών ή φαρμάκων (κυρίως χημειοθεραπευτικών φαρμάκων) σε παρακείμενους ιστούς κατά την έγχυση των ουσιών αυτών σε μία φλέβα. Μπορεί να επιφέρει την καταστροφή των παρακείμενων ιστών.


Εξέταση κοπράνων (Mayer Guaiac): εξέταση για την παρουσία αίματος στα κόπρανα. Παθολογικό αποτέλεσμα είναι ύποπτο για την ύπαρξη καρκίνου, αλλά υπάρχουν και πολλές άλλες καλοήθεις καταστάσεις που μπορεί να προκαλέσουν αιμορραγία.


Εξέταση μυελού των οστών: διαδικασία αφαίρεσης τμήματος του μυελού των οστών με βελόνη, για παθολογοανατομική εξέταση. Η αφαίρεση γίνεται συνήθως από το στέρνο ή το λαγόνιο οστό. Πραγματοποιείται υπό τοπική αναισθησία και διαρκεί περίπου 10 λεπτά.


Επικουρική θεραπεία: καλείται η θεραπεία που έπεται της κύριας θεραπευτικής μεθόδου και αποσκοπεί στην εξάλειψη των όποιων τυχόν εναπομείναντων καρκινικών κυττάρων και ουσιαστικά στην αύξηση της πιθανότητας ίασης.


Επιληψία, επιληπτικοί σπασμοί: σπασμοί τμήματος ή ολόκληρου του σώματος, που συχνά συνοδεύονται από απώλεια συνείδησης. Μπορεί να οφείλονται σε κάκωση, καλοήθεις καταστάσεις (π.χ. ιδιοπαθής επιληψία) ή όγκους του εγκεφάλου.


Επισκληρίδιος: χώρος που περιβάλλει τον νωτιαίο μυελό. Στον χώρο αυτό είναι δυνατό να χορηγηθούν (μέσω καθετήρα) αναλγητικά φάρμακα για τον έλεγχο του πόνου.


Ερεθιστικά φάρμακα: χημειοθεραπευτικά φάρμακα, τα οποία εάν περάσουν έξω από την φλέβα (στην οποία χορηγούνται) προκαλούν σοβαρή φλεγμονή και ερεθισμό των ιστών.


Έρπης απλός: συνήθης οξεία ιογενής φλεγμονή του δέρματος ή των βλεννογόνων, που χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη φυσαλίδων.


Έρπης ζωστήρ: επώδυνο εξάνθημα του δέρματος. Οφείλεται σε ιογενή λοίμωξη, που προσβάλλει τα νεύρα.


Ερυθροκύτταρα: κύτταρα του αίματος, που μεταφέρουν το οξυγόνο στους ιστούς και απάγουν το διοξείδιο του άνθρακα.


Ετερόλογη μεταμόσχευση: είδος μεταμόσχευσης (π.χ. μυελού των οστών) από ένα άτομο σε άλλο. Πρέπει να υπάρχει όσο το δυνατό μεγαλύτερη συμβατότητα ανάμεσα σε δότη κα δέκτη του μοσχεύματος.


Ευκαιριακές λοιμώξεις: συνήθη βακτήρια, μύκητες και παράσιτα δεν προκαλούν λοίμωξη σε υγιή άτομα. Όμως, μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές λοιμώξεις σε καρκινοπαθείς, εξαιτίας της ελαττωμένης ανοσολογικής απάντησης των ασθενών αυτών. Η διαταραχή της ανοσολογικής απάντησης είναι συνέπεια της νόσου ή της θεραπείας.



ΗEdit

Ηλεκτρολύτες: χημικά συστατικά (π.χ. νάτριο, κάλιο, χλώριο, διττανθρακικά), που βρίσκονται σε ιστούς και στο αίμα. Η μέτρηση των επιπέδων τους είναι σημαντική για την αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενούς.


Ηλεκτροφόρηση πρωτεϊνών ορού: εργαστηριακή μέθοδος διαχωρισμού των πρωτεϊνών του ορού (λευκωματίνες, α-σφαιρίνες, β-σφαιρίνες, γ-σφαιρίνες).


Ηπατοτοξικότητα: παρενέργεια των φαρμάκων στο ήπαρ, που εκδηλώνεται με παθολογικές εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας. Μερικές φορές, η ηπατοτοξικότητα εκδηλώνεται και με ίκτερο.


Θ Edit

Θεραπεία εφόδου: αρχική θεραπεία (συνήθως χημειοθεραπεία) για τον έλεγχο του καρκίνου. Συνήθως, εφαρμόζεται στις λευχαιμίες ή τα λεμφώματα.


Θεραπεία συντήρησης: δεύτερο σχήμα χημειοθεραπείας με στόχο την ελάττωση του αριθμού των καρκινικών κυττάρων στον οργανισμό.


Θνησιμότητα: αριθμός θανάτων από μία νόσο σε έναν πληθυσμό.


Θρομβοκυτταροπενία: παθολογικά μειωμένα επίπεδα αιμοπεταλίων στο αίμα (κάτω από 150.000). Μπορεί να οφείλεται στην νόσο, αντίδραση σε κάποιου φαρμάκου ή στην τοξική επίδραση της θεραπείας.


Θρομβοφλεβίτιδα: φλεγμονή των φλεβών, με δημιουργία θρόμβων αίματος στο εσωτερικό τους. Η κατάσταση συνήθως συνοδεύεται από πόνο, οίδημα και ευαισθησία (βλ. και φλεβίτιδα, πνευμονική εμβολή).


Θρόμβωση: δημιουργία θρόμβων αίματος μέσα στα αγγεία.


Θωρακοτομή: χειρουργική διάνοιξη του θώρακα.


ΙEdit

Ίκτερος: συσσώρευση χολερυθρίνης (ουσίας που προέρχεται από την αποικοδόμηση της αιμοσφαιρίνης), με αποτέλεσμα κίτρινη χροιά του δέρματος και του σκληρού χιτώνα των οφθαλμών. Ο ίκτερος υποδηλώνει βλάβη του ήπατος ή απόφραξη των κύριων χοληφόρων.


Ινοκυστίτιδα. Ινοκυστικοί μαστοί: κατάσταση που συσχετίζεται με τον εμμηνορρυσιακό κύκλο. Υπάρχει δυσκολία διάκρισης των καλοήθων κύστεων από τον καρκίνο του μαστού.


Ιντερφερόνες: φυσικές ουσίες, που παράγονται ως απάντηση στις λοιμώξεις. Παρασκευάζονται και συνθετικά με την τεχνολογία του ανασυνδυασμένου DNA. Χορηγούνται για τον έλεγχο του καρκίνου.


Ιός: μικροσκοπικός λοιμώδης παράγοντας (μικρότερος από τα βακτηρίδια). Πολλές συνήθεις λοιμώξεις (π.χ. κοινό κρυολόγημα, ηπατίτιδα) οφείλονται σε ιούς. Οι ιοί εισβάλλουν στα κύτταρα, τροποποιούν τον χημικό μεταβολισμό τους και τα εξαναγκάζουν να παράγουν άλλους ιούς. Ορισμένοι ιοί προκαλούν καρκίνο σε ζώα. Ο ρόλος τους στην δημιουργία καρκίνου στον άνθρωπο μελετάται.


Ιός Epstein-Barr: ιός που προκαλεί την λοιμώδη μονοπυρήνωση. Συσχετίζεται, επίσης, με την ανάπτυξη λεμφώματος Burkitt και ορισμένων καρκίνων της κεφαλής και τραχήλου.


Βιολογικός Ιστός: ομάδα κυττάρων του ίδιου τύπου. Στο ανθρώπινο σώμα, υπάρχουν 4 βασικά είδη ιστών: επιθηλιακός, συνδετικός, μυϊκός και νευρικός.


In situ: πρώιμο στάδιο της κακοήθειας, κατά το οποίο η νόσος εντοπίζεται αποκλειστικά σε ένα σημείο.


ΚEdit

Κάθαρση κρεατινίνης: ευαίσθητη μέθοδος εξέτασης της νεφρικής λειτουργίας, για την οποία απαιτείται συλλογή ούρων 24ώρου και δείγμα αίματος. Μερικές φορές πραγματοποιείται για να επιβεβαιωθεί εάν είναι ασφαλής η χορήγηση αντικαρκινικών φαρμάκων, που είναι νεφροτοξικά.


Καθετήρας: σωληνώδες όργανο από ελαστικό, πλαστικό ή μέταλλο, που μπορεί να εισαχθεί σε κοιλότητα του σώματος (π.χ. ουροδόχος κύστη) είτε για να παροχετευθούν υγρά είτε για να χορηγηθούν υγρά ή φάρμακα.


Καθετηριασμός: διαδικασία εισαγωγής του καθετήρα.


Κακοήθεια: αποτελεί συνώνυμο του καρκινικού. Δύο βασικά χαρακτηριστικά των κακοηθειών είναι η τάση διήθησης των παρακείμενων ιστών και η διασπορά της νόσου σε άλλα σημεία (μεταστάσεις).


Όγκος Καλής διαφοροποίησης: όγκος, τα κύτταρα του οποίου στο μικροσκόπιο ομοιάζουν με του φυσιολογικού ιστού από τον οποίο προέρχεται (βλ. και πτωχής διαφοροποίησης, αδιαφοροποίητος όγκος).


Κάλιο: σημαντικός ηλεκτρολύτης του οργανισμού, ο οποίος σε διάφορες νοσολογικές καταστάσεις (ιδίως διαρροϊκά σύνδρομα) μπορεί να ελαττωθεί. Τα χαμηλά επίπεδα καλίου ενδέχεται να προκαλέσουν μυϊκή αδυναμία.


Καλοήθης Όγκος: όγκος που δεν επεκτείνεται στους παρακείμενους ιστούς και δεν χορηγεί μεταστάσεις. Υπό μικροσκοπικό έλεγχο, ένας καλοήθης όγκος δεν μοιάζει με καρκίνο.


Καντιντίαση, μονιλίαση: συνήθης μυκητιασική λοίμωξη, που εμφανίζεται ως λευκωπές περιοχές της γλώσσας, του εσωτερικού της στοματικής κοιλότητας ή του δέρματος.


Καρκινογένεση: ανάπτυξη ή δημιουργία του καρκίνου.


Καρκινοεμβρυϊκό αντιγόνο (CEA): νεοπλασματικός δείκτης του αίματος, που μπορεί να υποδηλώνει την παρουσία καρκίνου. Ανευρίσκεται αυξημένος σε ορισμένες μορφές καρκίνου (π.χ. μαστού, εντέρου, πνευμόνων). Παρακολουθώντας τα επίπεδα του CEA, ο ιατρός εκτιμά την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου και την πρόοδο της θεραπείας.


Καρκίνωμα: μορφή καρκίνου, που αναπτύσσεται σε ιστούς που επενδύουν όργανα του σώματος (δέρμα, μήτρα, πνεύμονες, μαστός και σε άλλους επιθηλιακούς ιστούς). Το 80 έως 90% των περιπτώσεων καρκίνου είναι καρκινώματα.


Καρκίνωμα ενδομητρίου: καρκίνος της εσωτερικής επιφάνειας της μήτρας (ενδομήτριο).


Καρκίνωμα in situ: πρωιμότερο στάδιο κακοήθειας, κατά το οποίο η νόσος περιορίζεται τοπικά και δεν έχει μεγαλώσει σημαντικά ή χορηγήσει μεταστάσεις. Τα καρκινώματα in situ είναι ιάσιμα σε μεγάλο ποσοστό.


Κατάσταση δραστηριότητας: εκτίμηση της λειτουργικότητας ενός καρκινοπαθούς. Η κλίμακα βαθμολόγησης αριθμεί από το 0 έως το 100 και αυξάνεται ανά 10 βαθμούς. Ένας ασθενής με κλίμακα επιδόσεων 80 λειτουργεί καλύτερα από έναν άλλο με 50. Η μέθοδος ονομάζεται βαθμολόγηση κατά Karnofsky.


Καταστολή μυελού των οστών: ελάττωση μίας ή περισσότερων σειρών των έμμορφων στοιχείων του αίματος. Η καταστολή μπορεί να οφείλεται στην χημειοθεραπεία ή την ακτινοθεραπεία, σε νοσήματα ή σε διάφορα φάρμακα.


Κατάταξη κατά ΤΝΜ: ακριβές σύστημα περιγραφής του σταδίου ανάπτυξης για τις περισσότερες μορφές καρκίνου. Το σύστημα αυτό δεν χρησιμοποιείται για λεμφώματα, λευχαιμίες ή την νόσο Hodgkin.


Κάτω κοίλη φλέβα: μεγάλη φλέβα, που παροχετεύει το αίμα από τα κάτω άκρα και την κοιλιά προς την καρδιά.


Καχεξία: επιβάρυνση της κατάστασης της υγείας του ασθενούς, που οφείλεται σε κακή διατροφή, καρκίνο ή άλλα νοσήματα.


Κλινικές μελέτες: διαδικασία εκτίμησης της αποτελεσματικότητας νέων μεθόδων θεραπείας. Πραγματοποιούνται εφόσον υπάρχουν θετικές ενδείξεις σε πειράματα με ζώα ή προκαταρκτικές μελέτες σε ανθρώπους.


Κοβάλτιο Θεραπεία με κοβάλτιο: ακτινοθεραπευτικό μηχάνημα, που εκπέμπει ακτινοβολία γ από ραδιενεργό πηγή κοβαλτίου.


Κοιλίες εγκεφάλου: κοιλότητες του εγκεφάλου, που πληρούνται με υγρό και συνδέονται μεταξύ τους. Η απόφραξη της ροής του υγρού μεταξύ των κοιλιών προκαλεί οίδημα (υδροκέφαλος).


Κοκκιοκύτταρα: κυριότερος τύπος λευκοκυττάρων. Βασική λειτουργία τους είναι η καταστροφή των βακτηριδίων. Ονομάζονται και ουδετερόφιλα πολυμορφοπύρηνα.


Κολονοσκόπηση: εξέταση του ορθού και του παχέος εντέρου με την χρήση ενδοσκοπίου. Κατά την εξέταση είναι δυνατή η λήψη δειγμάτων από ύποπτες περιοχές για βιοψία.


Κολοστομία: τεχνητή οδός (διαμέσου του κοιλιακού τοιχώματος) για την αποβολή των κοπράνων από το παχύ έντερο σε ειδικό σάκο, που επικολλάται στο κοιλιακό τοίχωμα. Η κολοστομία είναι απαραίτητη μετά από αφαίρεση τμήματος του παχέος εντέρου σε πολλές περιπτώσεις (παροδική ή μόνιμη).


Κολποσκόπηση: εξέταση αποκάλυψης βλαβών στον τράχηλο της μήτρας και τον κόλπο με ειδικά όργανα.


Κορτιζόνη: ορμόνη που παράγεται από τα επινεφρίδια. Υπάρχουν και συνθετικές μορφές της ορμόνης, που χρησιμοποιούνται στην θεραπεία φλεγμονών και άλλων νοσημάτων (π.χ. καρκίνος).


Κρυοχειρουργική: καταστροφή των νεοπλασματικών ιστών με χρήση ειδικού χειρουργικού οργάνου (ψυχρή μήλη).


Κυστεοσκόπηση: εξέταση του εσωτερικού της ουροδόχου κύστης με χρήση ειδικού ενδοσκοπίου. Κατά την διάρκεια της εξέτασης, είναι δυνατό να τοποθετηθεί καθετήρας, να ληφθεί βιοψία ή να αφαιρεθεί τμήμα ιστού.


Κυστίτιδα: φλεγμονή της ουροδόχου κύστης, που συνήθως οφείλεται σε μικροβιακή μόλυνση. Μπορεί να αποτελεί παρενέργεια της ακτινοθεραπείας ή της χημειοθεραπείας. Στα συμπτώματα περιλαμβάνονται αίσθημα καύσου κατά την ούρηση και συχνουρία.


Κύτταρα: δομικές μονάδες των ιστών του ανθρώπινου οργανισμού.


Κυτταρική ανοσία: τύπος ανοσολογικής απάντησης, που ελέγχεται από κύτταρα του ανοσοποιητικού (π.χ. λεμφοκύτταρα).


Κυτταρικός κύκλος: σύνολο σταδίων, από τα οποία διέρχεται κάθε κύτταρο κατά την διαίρεσή του. Τα χημειοθεραπευτικά φάρμακα επιδρούν σε κύτταρα, που βρίσκονται σε διαφορετικό στάδιο του κυτταρικού κύκλου.


Κυτταρίτιδα: φλεγμονή του δέρματος και των υποκειμένων ιστών.


Κυττοκίνη: ουσία, που εκκρίνεται από κύτταρα του ανοσοποιητικού για την επικοινωνία με άλλα ανοσοποιητικά κύτταρα.


Κυτταρολογία: μελέτη σε μικροσκόπιο κυττάρων, που έχουν αποπέσει ή αποξεστεί από διάφορα όργανα (π.χ. μήτρα, πνεύμονες, ουροδόχος κύστη, στόμαχος). Ειδικός κλάδος της κυτταρολογίας αποτελεί η αποφολιδωτική κυτταρολογία.


Κωνοειδής βιοψία: αφαίρεση ιστού από το στόμιο του τραχήλου της μήτρας.


ΛEdit

Λαγόνιος: περιοχή της κάτω κοιλίας πάνω από το ισχιακό οστό αμφοτερόπλευρα. Το λαγόνιο οστό βρίσκεται πάνω από την άρθρωση του ισχίου.


Λαπαροσκόπηση: εξέταση του εσωτερικού της περιτοναϊκής κοιλότητας μέσω ενδοσκοπίου, που εισάγεται από μικρή τομή στο κοιλιακό τοίχωμα, υπό γενική αναισθησία.


Λαρυγγεκτομή: αφαίρεση του λάρυγγα, που συνεπάγεται απώλεια της ικανότητας ομιλίας.


Λαρυγγοσκόπηση: εξέταση του φάρυγγα και του λάρυγγα με την βοήθεια ειδικού οργάνου, που τοποθετείται στο πίσω μέρος του φάρυγγα (έμμεση λαρυγγοσκόπηση), ή με άμεση επισκόπηση υπό αναισθησία (άμεση λαρυγγοσκόπηση).


Λεμφαγγειογραφία: ακτινολογική απεικόνιση των λεμφαγγείων, μετά από έγχυση σκιαγραφικού. Συμβάλλει στον εντοπισμό της διασποράς της νόσου, ειδικά στους λεμφαδένες της κοιλιάς.


Λεμφαδένες: όργανα ωοειδούς σχήματος και μεγέθους φασολιού ή μπιζελιού. Βρίσκονται σε διάφορες θέσεις στο σώμα, συνδέονται με τα λεμφαγγεία και αποτελούνται από λεμφοκύτταρα. Συμβάλλουν στην καταπολέμηση των λοιμώξεων. Σε περίπτωση κακοήθους όγκου, καρκινικά κύτταρα είναι δυνατό να μεταναστεύσουν και να εγκατασταθούν σε λεμφαδένες, που βρίσκονται σε ανατομική σχέση με την περιοχή της πρωτοπαθούς εστίας της νόσου (λεμφαδενικές μεταστάσεις).


Λεμφικό Σύστημα: αποτελείται από τους λεμφαδένες και τα λεμφαγγεία.


Λεμφοίδημα: οίδημα άνω (κυρίως) ή κάτω άκρου, που οφείλεται σε απόφραξη των λεμφαγγείων. Προκαλείται από τον καρκίνο ή αποτελεί απώτερη επιπλοκής της χειρουργικής επέμβασης ή της ακτινοθεραπείας.


Λεμφοκίνη: ειδική κυτοκίνη, που εκκρίνεται από λεμφοκύτταρα.


Λεμφοκύτταρα: ομάδα λευκοκυττάρων, που είναι υπεύθυνα για την παραγωγή αντισωμάτων, την καταστροφή των μικροβίων (που εισέρχονται στον οργανισμό) και τον έλεγχο της ανάπτυξης των καρκινικών κυττάρων.


Λευκοκύτταρα: κύτταρα του αίματος, υπεύθυνα για την καταπολέμηση των λοιμώξεων. Περιλαμβάνουν τα ουδετερόφιλα, τα μονοπύρηνα, τα λεμφοκύτταρα, τα ηωσινόφιλα και τα βασεόφιλα. Ο φυσιολογικός αριθμός τους είναι 5.000 10.000. Διαπιστώνεται αύξηση ή μείωση του φυσιολογικού αριθμού λευκοκυττάρων, εξαιτίας διαφόρων νοσημάτων. Η χημειοθεραπεία και η ακτινοθεραπεία προκαλούν συνήθως μείωση του αριθμού των λευκοκυττάρων.


Λευκοκυττάρωση: αύξηση του αριθμού των λευκοκυττάρων του αίματος.


Λευκοπενία: μείωση του αριθμού των λευκοκυττάρων του αίματος.


Λευκοπλακία: παρουσία λευκωπής πλάκας στον βλεννογόνο του στόματος ή των ούλων. Μπορεί να είναι προκαρκινωματώδης.


Λυτική βλάβη: οστική βλάβη, όπου υπάρχει μικρότερη ποσότητα ασβεστίου από το φυσιολογικό.


ΜEdit

Μαγνητική Τομογραφία: μέθοδος απεικόνισης του σώματος, κατά την οποία εφαρμόζεται μαγνητικό πεδίο για την λήψη των εικόνων. Είναι δυνατό να ληφθούν τομές του σώματος σε όλα τα επίπεδα (όχι μόνο εγκάρσιες όπως στην Αξονική Τομογραφία).


Μακροφάγα: κύτταρα που καταστρέφουν μικροοργανισμούς με φαγοκυττάρωση.


Μεγαλοκυτταρικός όγκος: μορφή καρκίνου του πνεύμονα, αλλά και άλλων οργάνων.


Μεθαδόνη: συνθετικό ναρκωτικό αναλγητικό (ανάλογο της μορφίνης).


Μεσοθωράκιο: περιοχή στο κέντρο της θωρακικής κοιλότητας, που περιλαμβάνει την καρδιά, τα μεγάλα αγγεία, τον οισοφάγο, την τραχεία και άλλους ιστούς.


Μετάλλαξη: μόνιμη αλλαγή του DNA, που μεταβάλλει την γενετική πληροφορία. Προκαλείται από χημικές ουσίες (μεταλλαξιογόνα) ή φυσικούς παράγοντες (π.χ. ιοντίζουσα ακτινοβολία). Αποτελεί αίτιο μετατροπής ενός φυσιολογικού κυττάρου σε καρκινικό.


Μεταπλασία: κύτταρα, που φαίνονται παθολογικά στο μικροσκόπιο, αλλά δεν παρουσιάζουν (προς το παρόν) σημεία κακοήθειας.


Μετάσταση: διασπορά και εγκατάσταση καρκινικών κυττάρων από την πρωτοπαθή εστία του όγκου σε άλλες θέσεις, μέσω του λεμφικού συστήματος ή της αιματικής κυκλοφορίας. Τα καρκινικά κύτταρα της μεταστατικής εστίας είναι ίδια με του πρωτοπαθούς όγκου.


Μήτρα: κύριο αναπαραγωγικό όργανο της γυναίκας, που βρίσκεται στην πύελο.


Μίτωση: διαδικασία διαίρεσης των κυττάρων. Τα καρκινικά κύτταρα διαιρούνται περισσότερες φορές από τα φυσιολογικά. Στο μικροσκόπιο, ο αριθμός των κυτταρικών διαιρέσεων αποτελεί ένδειξη της επιθετικότητας του καρκίνου.


Μονοκλωνικά αντισώματα: υψηλής ειδικότητας αντισώματα, που παρασκευάζονται στο εργαστήριο. Αλληλεπιδρούν με ειδικά καρκινικά αντιγόνα, που βρίσκονται στην επιφάνεια των όγκων. Η εφαρμογή τους στην διάγνωση και θεραπεία του καρκίνου βρίσκεται υπό μελέτη.


Μονοκλωνική γαμμοπάθεια: αύξηση των επιπέδων της γ σφαιρίνης στο αίμα, η οποία οφείλεται σε παθολογικό κλώνο πλασματοκυττάρων ή λεμφοκυττάρων. Παρατηρείται στο πολλαπλό μυέλωμα.


Μυελογραφία: απεικόνιση του νωτιαίου μυελού μετά από έγχυση σκιαγραφικού. Εφαρμόζεται ώστε να διαπιστωθεί εάν ο όγκος προσβάλλει τον νωτιαίο μυελό ή τις νευρικές ρίζες.


Μυελοκαταστολή: μείωση του αριθμού των έμμορφων στοιχείων του αίματος εξαιτίας της θεραπείας (κυρίως ακτινοθεραπεία ή χημειοθεραπεία).


Μυελός οστών: βρίσκεται σε εσωτερικές κοιλότητες ορισμένων οστών και αποτελείται από αναπτυσσόμενα ερυθροκύτταρα, λευκοκύτταρα, αιμοπετάλια και λίπος. Σε ορισμένες μορφές καρκίνου, η διάγνωση τίθεται με την εξέταση του μυελού των οστών.


Μυέλωμα: κακοήθεια πλασματοκυττάρων μυελού των οστών, που εκδηλώνεται με πολλαπλές οστικές μεταστάσεις.


Μυοκαρδιοπάθεια: παθολογική κατάσταση του καρδιακού μυός. Μπορεί να προκληθεί από την τοξική επίδραση διαφόρων αντικαρκινικών φαρμάκων.


ΝEdit

Ναρκωτικά: φυσικές ή συνθετικές ουσίες, που προκαλούν ευφορία και αναλγησία. Η χρήση τους βρίσκεται υπό κρατικό έλεγχο.


Νάτριο: σημαντικός ηλεκτρολύτης του ανθρωπίνου οργανισμού, που συμβάλλει στην διατήρηση του ισοζυγίου των υγρών. Η μέτρηση των επιπέδων του γίνεται στα πλαίσια του συνήθους βιοχημικού ελέγχου.


Νεόπλασμα (νεοπλασία): παθολογική ανάπτυξη μίας ομάδας κυττάρων. Μπορεί να είναι είτε καλοήθης είτε καοήθης.


Νεοπλασματικοί δείκτες: χημικές ουσίες του αίματος, που παράγονται από ορισμένους όγκους. Η μέτρηση των επιπέδων των δεικτών είναι χρήσιμη στην διάγνωση και την παρακολούθηση της θεραπείας (βλ. και καρκινοεμβρυϊκό αντιγόνο).


Νευρικός αποκλεισμός: μέθοδος ανακούφισης από τον πόνο μέσω της έγχυσης κατάλληλων φαρμάκων σε νευρικό ιστό.


Νευροπάθεια: νευρική δυσλειτουργία, που προκαλεί αιμωδίες (μούδιασμα) ή κινητικές διαταραχές σε μία περιοχή του σώματος. Μπορεί να αποτελεί παρενέργεια των χημειοθεραπευτικών φαρμάκων.


Νευροτοξικότητα: τοξική δράση (κυρίως φαρμάκων) στο νευρικό σύστημα.


Νεφρική Ανεπάρκεια: δυσλειτουργία των νεφρών, που μπορεί να οφείλεται σε νοσήματα ή στην τοξική δράση φαρμάκων και άλλων χημικών ουσιών.


Νιτροζουρίες: ομάδα χημειοθεραπευτικών φαρμάκων, που διέρχονται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και ασκούν δράση στον εγκέφαλο (βλ. αιματοεγκεφαλικός φραγμός).


Νομισματοειδής βλάβη, μονήρης όγκος: μονήρης βλάβη στην ακτινογραφία θώρακος, που μπορεί να είναι λοιμώδης εστία, όγκος ή άλλη κατάσταση.


Νόσος μοσχεύματος κατά ξενιστή: παθολογική κατάσταση, κατά την οποία τα ανοσολογικά κύτταρα του μοσχεύματος αναγνωρίζουν ως ξένα τα φυσιολογικά κύτταρα του δέκτη και επιχειρούν να τα καταστρέψουν (μπορεί να επέλθει μετά από μεταμόσχευση).



ΟEdit

Ογκογονίδια: τμήματα του γενετικού υλικού, που εάν ενεργοποιηθούν προς λάθος κατεύθυνση είναι δυνατό να οδηγήσουν στην μετατροπή ενός φυσιολογικού κυττάρου σε καρκινικό.


Ογκολογία: Ογκολόγος: ιατρός, που έχει ειδικευτεί στην θεραπεία του καρκίνου. Υπάρχουν παθολόγοι ογκολόγοι, χειρουργοί ογκολόγοι, ακτινοθεραπευτές ογκολόγοι, παιδίατροι ογκολόγοι και γυναικολόγοι ογκολόγοι.


Οζίδιο: μικρή μάζα, καλοήθης ή κακοήθης.


Οίδημα: συσσώρευση υγρού εντός των ιστών.


Οικογενής πολυποδίαση (σύνδρομο Gardner): κληρονομική διαταραχή, εξαιτίας της οποίας τα μέλη συγκεκριμένων οικογενειών αναπτύσσουν εντερικούς πολύποδες. Αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη καρκίνου στην περιοχή.


Οισοφάγειος ομιλία: τρόπος ομιλίας ατόμων, που έχουν υποβληθεί σε λαρυγγεκτομή. Ο ήχος παράγεται με την δόνηση των τοιχωμάτων του φάρυγγα και του οισοφάγου, καθώς ο αέρας εξέρχεται.


Οισοφαγίτιδα: φλεγμονή του οισοφάγου. Προκαλείται από λοίμωξη, τοξική επίδραση της ακτινοθεραπείας ή της χημειοθεραπείας ή μία κάκωση της περιοχής.


Οιστρογόνα: ορμόνες που παράγονται από τις ωοθήκες. Η ανάπτυξη των χαρακτήρων του φύλου, η εμμηνορρυσία και η κύηση βρίσκονται υπό τον έλεγχο αυτών των ορμονών. Συνθετικά οιστρογόνα χορηγούνται από το στόμα με σκοπό την αντισύλληψη ή την θεραπεία διαφόρων νοσημάτων.


Ολική παρεντερική διατροφή: ενδοφλέβια χορήγηση υγρών και θρεπτικών ουσιών σε ασθενείς, που δεν είναι δυνατή η σίτιση από το στόμα.


Οπισθοπεριτοναϊκός χώρος: περιοχή της κοιλιακής χώρας πίσω από τα μεγάλα όργανα της κοιλίας (συμπεριλαμβανομένου του εντέρου).


Ορμόνες: ουσίες που εκκρίνονται από τους ενδοκρινείς αδένες και κυκλοφορούν στο αίμα. Ελέγχουν την ανάπτυξη, τον μεταβολισμό, την αναπαραγωγή και άλλες λειτουργίες, αναστέλλοντας ή διεγείροντας ειδικά κύτταρα στόχους. Ορισμένες ορμόνες χορηγούνται κατά την μετεγχειρητική αντιμετώπιση των καρκίνων του μαστού, του προστάτη, των ωοθηκών κ.α..


Ορμονική θεραπεία: μορφή αντικαρκινικής θεραπείας, η οποία βασίζεται στην ιδιότητα ορισμένων όγκων (π.χ. μαστού, προστάτη) να υποστρέφουν μετά την χορήγηση κάποιων ορμονών.


Οσφυονωτιαία παρακέντηση: συλλογή εγκεφαλονωτιαίου υγρού για εξέταση. Η λήψη του εγκεφαλονωτιαίου υγρού γίνεται υπό τοπική αναισθησία.


Ουδετερόφιλα: τύπος λευκοκυττάρων, που αποσκοπούν στην καταπολέμηση των λοιμώξεων. Καλούνται και πολυμορφοπύρηνα ή κοκκιοκύτταρα.


Ουροστομία: χειρουργική τεχνική, κατά την οποία οι ουρητήρες (που φυσιολογικά παροχετεύουν τα ούρα από τα νεφρά στην ουροδόχο κύστη) αποκόπτονται και οδηγούνται να εκβάλλουν στο κοιλιακό τοίχωμα. Τα ούρα συλλέγονται σε εξωτερικό σάκο, που επικολλάται στο δέρμα.


ΠEdit

Παθολογικό κάταγμα: κάταγμα οστού σε περιοχή προσβεβλημένη από καρκίνο μετά από μικρή κάκωση.


Παλίνδρομη ενδοσκοπική χολαγγειοπαγκρεατογραφία: ειδική τεχνική κατά την οποία εισάγεται καθετήρας, μέσω του γαστροσκοπίου, στα έσω χοληφόρα.


Παράγοντες κινδύνου: συνήθειες ή συνθήκες, που ευνοούν την ανάπτυξη καρκίνου. Για παράδειγμα, το κάπνισμα αποτελεί κύριο παράγοντα κινδύνου για καρκίνο του πνεύμονα και η έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία για καρκίνο του δέρματος.


Παράκαμψη: χειρουργική τεχνική κατά την οποία παρακάμπτεται ένα όργανο ή μία περιοχή προσβεβλημένη από καρκίνο για να εξασφαλιστεί η φυσιολογική ροή ή παροχέτευση (π.χ. παράκαμψη απόφραξης των χοληφόρων στον καρκίνο του παγκρέατος με σκοπό την παροχέτευση της χολής στο έντερο, όπως είναι το φυσιολογικό).


Παρακέντηση: αφαίρεση υγρού από κοιλότητα του σώματος (π.χ. υπεζωκοτική, περιτοναϊκή) με εισαγωγή μικρής βελόνας μέσω του δέρματος. Γίνεται υπό τοπική αναισθησία.


Παρανεοπλασματικό σύνδρομο: σύνολο από σημεία και συμπτώματα, που οφείλονται στην δράση ορισμένων ουσιών, οι οποίες παράγονται από τον καρκίνο και δρουν σε διάφορα όργανα και συστήματα του οργανισμού (π.χ. διαταραχές της νευρικής λειτουργίας, του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών).


Παρεντερική διατροφή: ενδοφλέβια χορήγηση υγρών και θρεπτικών ουσιών σε ασθενείς, που δεν μπορούν να σιτιστούν φυσιολογικά.


Παρηγορητική θεραπεία: θεραπεία που αποσκοπεί στην ανακούφιση από τα συμπτώματα, που οφείλονται στον καρκίνο, και στην βελτίωση της ποιότητας ζωής του ασθενούς. Δεν αποβλέπει στην ίαση της νόσου.


Περιεγχειρητικός (διεγχειρητικός): όρος, που καλύπτει ό,τι συμβαίνει κατά ή περί τον χρόνο της χειρουργικής επέμβασης.


Περίνεο: ανατομική περιοχή του σώματος, που βρίσκεται ανάμεσα στον πρωκτό και τα γεννητικά όργανα.


Περιοχική (τοπικοπεριοχική) προσβολή: διασπορά από την αρχική εστία ανάπτυξης του καρκίνου στους γειτονικούς (παρακείμενους) ιστούς.


Πετέχειες: μικρές αιμορραγικές περιοχές κάτω από το δέρμα.


Πλακώδες Καρκίνωμα: καρκίνος προερχόμενος από το δέρμα ή από το επιθήλιο (κυτταρική επένδυση) άλλων οργάνων (π.χ. τράχηλος μήτρας, πνεύμονας).


Πλασμαφαίρεση: αντικατάσταση του πλάσματος του ασθενούς από πλάσμα δότη ή φυσιολογικό ορό.


Πληθυσμιακός έλεγχος: προσυμπτωματικός (πριν την εμφάνιση συμπτωμάτων) έλεγχος του γενικού πληθυσμού με σκοπό την πρώιμη ανακάλυψη προκαρκινικών ή καρκινικών βλαβών.


Πνευμονική Εμβολή: απειλητική για τη ζωή κατάσταση, κατά την οποία θρόμβος αίματος (που προέρχεται από τα κάτω άκρα ή την πύελο) εγκαθίσταται στους πνεύμονες. Διαγιγνώσκεται με ακτινογραφία θώρακος ή σπινθηρογράφημα και αντιμετωπίζεται με αντιπηκτικά.


Πνευμονεκτομή: χειρουργική αφαίρεση του πνεύμονα.


Πολυκυτταραιμία: ιδιαίτερα αυξημένα επίπεδα κυττάρων του αίματος. Οφείλεται σε πρωτοπαθή αιματολογική νόσο (π.χ. λευχαιμία) ή αποτελεί αντίδραση σε κάποιο νόσημα.


Πολύποδας: μόρφωμα που προβάλλει από βλεννογόνους και ομοιάζει με μικρό μανιτάρι. Μπορεί να εμφανιστεί στη ρινική κοιλότητα, τα ώτα, την στοματική κοιλότητα, τους πνεύμονες, τις φωνητικές χορδές, την μήτρα, τον τράχηλο της μήτρας, το ορθό, την ουροδόχο κύστη, το παχύ και το λεπτό έντερο.


Προγεστερόνη: ορμόνη του γυναικείου φύλου. Προετοιμάζει το ενδομήτριο για την κύηση και ασκεί δράσεις κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του γυναικείου κύκλου. Συνθετική προγεστερόνη χορηγείται για την αντιμετώπιση ορισμένων μορφών καρκίνου.


Προκαρκινωματώδης: παθολογική κατάσταση (π.χ. πολύποδας) που τείνει να εξαλλαγεί σε κακοήθεια.


Προφυλακτική θεραπεία: θεραπεία που αποσκοπεί στην πρόληψη της νόσου ή μιας επιπλοκής της.


Πρωκτοσκόπηση: βλέπε σιγμοειδοσκόπηση


Πρωτοπαθής εστία: περιοχή αρχικής ανάπτυξης του καρκίνου.


Πτωχής (χαμηλής διαφοροποίησης) όγκος: όγκος, τα κύτταρα του οποίου στο μικροσκόπιο φαίνονται σημαντικά διαφορετικά σε σχέση με τα κύτταρα του φυσιολογικού ιστού από τον οποίο αφαιρέθηκε. Σχετίζεται με κακή πρόγνωση (βλ. και αδιαφοροποίητος όγκος, καλής διαφοροποίησης όγκος).


ΡEdit

Ραδιενεργό εμφύτευμα: πηγή υψηλής δόσης ακτινοβολίας που τοποθετείται μέσα ή γύρω από τον όγκο.


Ραδιενεργό Ισότοπο: χρησιμοποιείται για την διάγνωση ή την θεραπεία του καρκίνου.


Ριβονουκλεϊκό Οξύ (RNA): νουκλεϊκό οξύ παρόμοιο με το DNA. Συμμετέχει στην παραγωγή πρωτεϊνών στα κύτταρα.


Ριζική μαστεκτομή: αφαίρεση ολόκληρου του μαστού μαζί με τους υποκείμενους μύες και τους λεμφαδένες της μασχάλης.


Ριζική χειρουργική επέμβαση: εκτεταμένη επέμβαση κατά την οποία αφαιρείται ο όγκος, παρακείμενοι ιστοί και οι λεμφαδένες της περιοχής.


Ρινοφάρυγγας: περιοχή της ρινικής κοιλότητας πίσω από τη μύτη και πάνω από το ορατό τμήμα του φάρυγγα.


ΣEdit

Σάρκωμα: όγκος συνδετικού ή ερειστικού ιστού (χόνδροι, οστά, μύες, λιπώδης ιστος). Συχνά είναι υψηλής κακοήθειας όγκος, αλλά αφορά μόνο το 2% των περιπτώσεων καρκίνου.


Σήψη, σηψαιμία, βακτηριαιμία: ανάπτυξη βακτηρίων στο αίμα. Πρόκειται για σοβαρή κατάσταση που απαιτεί νοσηλία για ενδοφλέβια χορήγηση αντιβιοτικών.


Σιγμοειδοσκόπηση: εξέταση του ορθού και του κατώτερου τμήματος του παχέος εντέρου με ειδικό λεπτό, φωτιζόμενο ενδοσκόπιο. Εφαρμόζεται για τη διερεύνηση αιμορραγιών ή τον εντοπισμό πολυπόδων ή όγκων στο παχύ έντερο.


Σπινθηρογράφημα εγκεφάλου: απεικόνιση του εγκεφάλου με ραδιενεργές ουσίες.


Σπινθηρογράφημα οστών: απεικόνιση των οστών με ραδιενεργές ουσίες. Ο όρος θερμές κηλίδες αναφέρεται σε οστικές βλάβες που μπορεί να είναι φλεγμονές ή όγκοι. Η εξέταση συμβάλλει στη διάγνωση μεταστάσεων ή την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας.


Σπινθηρογραφήματα: απεικονιστικές εξετάσεις διαφόρων οργάνων (π.χ. ήπαρ, οστά, εγκέφαλος). Πραγματοποιείται με ενδοφλέβια χορήγηση ραδιενεργών ουσιών.


Σπλήνας: όργανο που βρίσκεται δίπλα στο στομάχι, αποτελείται κυρίως από λεμφοκύτταρα και απομακρύνει κατεστραμμένα κύτταρα του αίματος ή άχρηστες ουσίες.


Σταδιοποίηση: διαδικασία προσδιορισμού της έκτασης της νόσου. Περιλαμβάνει κλινική εξέταση, αιματολογικές και απεικονιστικές εξετάσεις και πιθανώς χειρουργική επέμβαση. Είναι σημαντική για τον καθορισμό της θεραπευτικής αγωγής και της πρόγνωσης.


Στεροειδή: λιπόφιλες χημικές ουσίες (κορτιζόνη, γεννητικές ορμόνες), που έχουν ζωτική σημασία σε πολλές λειτουργίες του οργανισμού. Συνθετικά στεροειδή χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ορισμένων μορφών καρκίνου.


Στοματίτιδα: φλεγμονή του στόματος. Αποτελεί παρενέργεια της ακτινοθεραπείας ή της χημειοθερπείας.


Στομία: Τεχνητή οδός για την παροχέτευση άχρηστων ουσιών δια μέσω του δέρματος. Βλέπε και κολοστομία, ειλεοστομία.


Συμπληρωματική θεραπεία (adjuvant): βλέπε επικουρική θεραπεία


Σύνδρομο Cushing: χαρακτηρίζεται από οίδημα προσώπου και τραχήλου και εμφάνιση κυανέρυθρων ραβδώσεων στο κοιλιακό τοίχωμα. Οφείλεται σε υψηλά επίπεδα κορτιζόνης στο αίμα.


Συνδυασμένη χημειοθεραπεία: ταυτόχρονη χορήγηση περισσότερων του ενός χημειοθεραπευτικών φαρμάκων.


Συνδυασμένη θεραπεία: εφαρμογή περισσότερων της μίας μεθόδων θεραπείας (χειρουργική, ακτινοθεραπεία, χημειοθεραπεία, βιολογική κ.α.).


Συρίγγιο: παθολογική επικοινωνία ανάμεσα στο δέρμα και σε εσωτερική κοιλότητα του σώματος ή σε δύο περιοχές του σώματος.


Σφιγκτήρας: κυκλοτερής μυς που σφίγγει γύρω από κάποιο όργανο ώστε να ρυθμίζει την παροχή υλικού από ή προς αυτό.


ΤEdit

Ταχεία βιοψία: εξέταση στο μικροσκόπιο του υλικού που λαμβάνεται κατά τη διάρκεια της επέμβασης, ώστε να διαπιστωθεί εάν ο ιστός είναι καλοήθης ή κακοήθης. Παρέχει σημαντικές πληροφορίες στο χειρουργό για την επιλογή του καλύτερου δυνατού τρόπου αντιμετώπισης.


Τελικό στάδιο: αδυναμία ίασης ή μικρό προσδόκιμο επιβίωσης.


Τ-κύτταρα: βλέπε Β-κύτταρα.


Τραχειοστομία: τεχνητή διάνοιξη του προσθίου τοιχώματος του τραχήλου η οποία οδηγεί στη τραχεία. Πραγματοποιείται χειρουργικά όταν η τραχεία έχει αποφραχθεί.


Τραχηλική δυσπασία: παρουσία προκαρκινοματωδών βλαβών στον τράχηλο της μήτρας.


Τράχηλος μήτρας: κατώτερο τμήμα της μήτρας που προβάλλει μέσα στον κόπλο. Το PAP test χρησιμοποιείται ως προσυμπτωματικός έλεγχος της περιοχής.


ΥEdit

Υπερασβεστιαιμία: αυξημένα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα. Οφείλεται σε ορισμένες μορφές καρκίνου, την παρουσία μεταστάσεων ή άλλες καλοήθεις διαταραχές.


Υπερηχογράφημα: απεικόνιση εσωτερικών οργάνων με την χρήση υπερήχων.


Υπερθερμία: χρήση ειδικών συσκευών, που αυξάνουν την θερμοκρασία του σώματος, για την θεραπεία του καρκίνου σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία.


Υπερώα: αποτελεί την οροφή της στοματικής κοιλότητας.


Υπόθετο: τρόπος χορήγησης φαρμάκων από το ορθό, κατά τον οποίο η δραστική ουσία απορροφάται από τον βλεννογόνο του ορθού. Ανάλογα υπόθετα υπάρχουν και για κολπική χρήση.


Υπολειμματική νόσος, υπολειμματικός όγκος: όγκος που παραμένει μετά την επέμβαση ή άλλο είδος θεραπείας.


Υπολογιστική Τομογραφία, Αξονική τομογραφία: απεικονιστική μέθοδος εξέτασης, κατά την οποία λαμβάνονται εγκάρσιες τομές του σώματος.


Υποτροπή: επανεμφάνιση της νόσου μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.


Υστερεκτομή: χειρουργική αφαίρεση της μήτρας.


Ύφεση: πλήρης ή μερική μείωση του μεγέθους του όγκου ως αποτέλεσμα της θεραπείας. Η νόσος βρίσκεται υπό έλεγχο, χωρίς να σημαίνει ότι έχει επέλθει ίαση.


ΦEdit

Φαρμακευτική αντοχή: ανάπτυξη αντοχής των καρκινικών κυττάρων σε ένα ή περισσότερα χημειοθεραπευτικά φάρμακα. Μπορεί να οδηγήσει σε υποτροπή της νόσου.


Φλεβίτιδα: φλεγμονή των φλεβών, που προκαλεί πόνο και ευαισθησία στην ψηλάφηση (βλ. και θρομβοφλεβίτιδα).


Φλεβοκέντηση: παρακέντηση φλέβας για την λήψη αίματος ή την χορήγηση φαρμάκων ή υγρών.


Φλεγμονή: τοπική απάντηση του οργανισμού σε εξωγενές ή ενδογενές ερέθισμα, κατά την οποία δραστηριοποιούνται αμυντικά κύτταρα και μηχανισμοί του οργανισμού. Χαρακτηρίζεται από πόνο, ερυθρότητα, θερμότητα και οίδημα.


Φωτοδυναμική Θεραπεία: έγχυση φωτοευαίσθητης χημικής ουσίας ή χρωστικής στην περιοχή ενός όγκου, που ακολουθείται από την έκθεση της περιοχής αυτής σε φως (συνήθως λέιζερ) με σκοπό την θανάτωση των καρκινικών κυττάρων.


ΧEdit

Χημειοθεραπεία: χορήγηση φαρμακευτικών παραγόντων (τοπικά στην περιοχή του όγκου ή στην συστηματική κυκλοφορία) που έχουν την δυνατότητα θανάτωσης των καρκινικών κυττάρων ή αναστολής του πολλαπλασιασμού τους.

Χημειοπροφύλαξη καρκίνου: χορήγηση φαρμάκων, χημικών ουσιών, βιταμινών, ιχνοστοιχείων ή άλλων ουσιών με σκοπό την πρόληψη της νόσου.

Χοριοκαρκίνωμα: καρκίνωμα αποτελούμενο από γεννητικά (αρχέγονα) κύτταρα, που προέρχονται από τον πλακούντα, την ωοθήκη ή τους όρχεις. Εντοπίζεται (συνήθως) στις γονάδες ή σε άλλες περιοχές του σώματος.

Χρωμοσώματα: θεμελιώδεις δομές του γενετικού υλικού (DNA). Το ανθρώπινο DNA σε κάθε σωματικό κύτταρο αποτελείται από 46 χρωμοσώματα (23 ζεύγη). Ο αριθμός και η δομή των χρωμοσωμάτων διαταράσσονται συχνά στα καρκινικά κύτταρα.

Χυμική ανοσία: μέρος της ανοσολογικής απάντησης, που εξασφαλίζεται με τα αντισώματα (ανοσοσφαιρίνες ή γ σφαιρίνες) τα οποία παράγονται από τα ενεργοποιημένα Β λεμφοκύτταρα.

ΨEdit

Ψηλάφηση: εξέταση δια της αφής μίας περιοχής του σώματος κατά την οποία επιχειρείται η αποκάλυψη ανωμαλιών και διογκώσεων.

ΩEdit

Ωοθηκεκτομή: χειρουργική αφαίρεση της μίας ή και των δύο ωοθηκών.

Ωτοτοξικότητα: αποτέλεσμα της επίδρασης τοξικών ουσιών (π.χ. φάρμακα) στα αυτιά. Συνήθως συνίσταται σε εμβοές ή διαταραχές (ελάττωση ή απώλεια) της ακοής.

Εσωτερική ΑρθρογραφίαEdit

ΒιβλιογραφίαEdit

ΙστογραφίαEdit


Ikl Κίνδυνοι ΧρήσηςIkl

Αν και θα βρείτε εξακριβωμένες πληροφορίες
σε αυτήν την εγκυκλοπαίδεια
ωστόσο, παρακαλούμε να λάβετε σοβαρά υπ' όψη ότι
η "Sciencepedia" δεν μπορεί να εγγυηθεί, από καμιά άποψη,
την εγκυρότητα των πληροφοριών που περιλαμβάνει.

"Οι πληροφορίες αυτές μπορεί πρόσφατα
να έχουν αλλοιωθεί, βανδαλισθεί ή μεταβληθεί από κάποιο άτομο,
η άποψη του οποίου δεν συνάδει με το "επίπεδο γνώσης"
του ιδιαίτερου γνωστικού τομέα που σας ενδιαφέρει."

Πρέπει να λάβετε υπ' όψη ότι
όλα τα άρθρα μπορεί να είναι ακριβή, γενικώς,
και για μακρά χρονική περίοδο,
αλλά να υποστούν κάποιο βανδαλισμό ή ακατάλληλη επεξεργασία,
ελάχιστο χρονικό διάστημα, πριν τα δείτε.



Επίσης,
Οι διάφοροι "Εξωτερικοί Σύνδεσμοι (Links)"
(όχι μόνον, της Sciencepedia
αλλά και κάθε διαδικτυακού ιστότοπου (ή αλλιώς site)),
αν και άκρως απαραίτητοι,
είναι αδύνατον να ελεγχθούν
(λόγω της ρευστής φύσης του Web),
και επομένως είναι ενδεχόμενο να οδηγήσουν
σε παραπλανητικό, κακόβουλο ή άσεμνο περιεχόμενο.
Ο αναγνώστης πρέπει να είναι
εξαιρετικά προσεκτικός όταν τους χρησιμοποιεί.

- Μην κάνετε χρήση του περιεχομένου της παρούσας εγκυκλοπαίδειας
αν διαφωνείτε με όσα αναγράφονται σε αυτήν

IonnKorr-System-00-goog



>>Διαμαρτυρία προς την wikia<<

- Όχι, στις διαφημίσεις που περιέχουν απαράδεκτο περιεχόμενο (άσεμνες εικόνες, ροζ αγγελίες κλπ.)