FANDOM


AEdit

BEdit


CEdit

  • Catharsis : κάθαρση (στην ψυχολογία, η αποδέσμευση και απελευθέρωση των συναισθημάτων του ατόμου μέσα από τη συζήτηση των προβλημάτων του)
  • Cauda Equina : Ιππουρίδα
  • Caudal: ουραία
  • Caudate Nucleus : Κερκοφόρος πυρήνας
  • Caudate putamen : ουραίο κέλυφος του φακοειδούς πυρήνα
  • Causal attribution : αιτιώδης απόδοση
  • Central Sulcus : κεντρική αύλακα (Ρολάνδια)
  • Cerebellar vermis : Σκώληκας
  • Cerebellum : Παρεγκεφαλίδα
  • Cerebellopontine Angle : Γεφυροπαρεγκεφαλιδική Γωνία
  • Cerebral cortex : Εγκεφαλικός φλοιός
  • Cerebral peduncles : εγκεφαλικό σκέλος
  • Challenge agent: παράγοντας έκκλυσης
  • Choroid Plexus : Χοριοειδές Πλέγμα
  • Cingulum : Προσαγώγιο
  • Cisterna magna: μεμβρανικούς ασκούς του λείου και αδρού ενδοπλασματικού δικτύου
  • Claustrum: ταινιοειδής πυρήνας
  • Cluster: σύμπλεγμα
  • Clustering : Ομαδοποίηση (δεδομένων)
  • CNS Serotonergic Turnover : σεροτονινεργική ανακύκλιση στο ΚΝΣ
  • Cochlea : κοχλίας
  • Coding : κωδικοποίηση/ νευρική κωδίκευση ( η ένα προς ένα αντιστοίχηση μεταξύ ορισμένων παραμέτρων του φυσικού ερεθίσματος και ορισμένων παραμέτρων της δραστηριότητας του νευρικού συστήματος)
  • Codon : Κωδικόνιο
  • Collagen : Κολαγόνο
  • Colliculus, inferior : Κάτω Διδύμιο
  • Colliculus, superior : Άνω Διδύμιο
  • Comorbid : όταν δύο ή περισσότερες συνθήκες λαμβάνουν χώρα την ίδια στιγμή (συνοσηρός)
  • Competitive learning : Ανταγωνιστική μάθηση (νευρωνικά δίκτυα)
  • Concrete operational stage : στάδιο συγκεκριμένης ενεργητικής νόησης (3ο στάδιο στη θεωρία γνωστικής ανάπτυξης του Jean Piaget.
  • Conditional probability : Δεσμευμένη πιθανότητα
  • Cone cell : κωνίο1
  • conservatism : Συντηρητισμός
  • Consolidation : παγίωση, εδραίωση
  • Continuance : συνέχιση
  • Contemporary social psychology : σύγχρονη κοινωνική ψυχολογία
  • Context : περιβάλλον, πλαίσιο
  • Contraction : συστολή (πχ μυ)
  • Contralateral : ετερόπλευρος
  • Contrast : αντίθεση, βαθμός διαφοράς φωτεινού-σκούρου
  • Convolution : συνέλιξη
  • Correlation : συσχέτιση
  • Correlational research : συσχετιστική έρευνα
  • Cornea : Κερατοειδής
  • Coronal : μετωπιαίο
  • Corpus Callosum : Μεσολόβιο
  • Covalent Bond : Ομοιοπολικός δεσμός
  • Cutaneous : Δερματικός, επιπολής
  • Conductive deafness or middle ear deafness : κώφωση αγωγής ή κώφωση του μέσου ωτός
  • Contagion : υλικό μετάδοσης ασθένειας
  • Critical or sensitive period : κρίσιμη ή ευαίσθητη περίοδος
  • Cytoplasmic or plasma membrane : κυτταροπλασματική ή πλασματική μεμβράνη

DEdit

EEdit

  • Efferent : Απαγωγός
  • Egalitarianism : Ανθρωπιστική Δέσμευση (είναι ορολογία της Διαπολιτισμικής Ψυχολογίας)
  • Embeddedness : Ενσωμάτωση
  • Endogenous circannual rhythm : ενδογενής κιρκαδιανός ρυθμός
  • Endoplasmic reticulum : ενδοπλασματικό δίκτυο
  • Endorphins : ενδορφίνες
  • Endpoints of the continua : Τα άκρα ενός συνεχούς (στον πληθυντικό, προφανώς αναφέρεται σε διπολικές διαστάσεις)
  • Entopeduncular nucleus : ενδοσκελιαίος πυρήνας (που είναι?)
  • Evolutionary explanation : εξελικτική ερμηνεία
  • Evolutionary theory of sleep : εξελικτική ή φυλογενετική θεωρία του ύπνου.
  • Exon : Εξώνιο
  • experienced-fighter paradigms : παραδείγματα έμπειρων μαχητών
  • Extensor : εκτείνοντας
  • experimenter-expectancy effect : συνέπειες των προσδοκιών του πειραματιστή
  • Extrapyramidal system : εξωπυραμιδικό σύστημα

FEdit

GEdit

  • Gatekeepers : Κλειδοκράτορες!!!???
  • gene knockout : Αδρανοποιηση γονιδίου (μάλλον είναι λάθος αυτή η μετάφραση -δες link)
  • Generator : γεννήτρια
  • Gene complex : γονιδιακό σύμπλεγμα
  • Gene expression : γονιδιακή έκφραση
  • Genome project : πρόγραμμα εύρεσης αλληλουχίας του γονιδιώματος
  • Genomic techniques : γονιδιακές τεχνικές
  • Genome : γονιδίωμα
  • Globus Pallidus : Ωχρά Σφαίρα
  • Golgi tendon organ : τενόντιο όργανο Golgi

HEdit

  • Hippocampus : Ιππόκαμπος
  • Hair cell : τριχωτό κύτταρο ή τριχοειδή κύτταρο (και μια άλλη λέξη που είχε στις εξετάσεις ???)
  • Horizontal cell : οριζόντιο κύτταρο
  • Horn : κέρας
  • HPA (hypophalamic-pituitary-adrenal) axis : ο άξονας υποθαλάμου- νευρουπόφυσης - επινεφριδίων
  • Hue : απόχρωση

IEdit

  • Immaterialism or mentalism : άκρατος υποκειμενικός ιδεαλισμός ή αϋλισμός (είναι το ίδιο πράγμα Immaterialism και mentalism ???)
  • Implication : υπαινιγμός/ εμπλοκή, συνυπαιτιότητα/ συνέπεια
  • Impulse response : κρουστική απόκριση
  • Independent Events : ανεξάρτητα ενδεχόμενα
  • Inducer : Επαγωγέας
  • Inferior colliculus : κάτω διδύμιο
  • Infinite impulse response filter : φίλτρο άπειρης κρουστικής απόκρισης
  • Inhibition : αναστολή
  • Integration : ενσωματωση, ολοκλήρωση
  • Intersection (set theory) : τομή (θ.συνόλων)
  • interdisciplinary field : ένα πεδίο που περιλαμβάνει πολλές άλλες αρχές
  • Internal Capsule : Έσω Κάψα
  • Interneuron : Διάμεσος νευρώνας
  • Intervention : παρεμβαση
  • Intrinsic neuron : ενδογενής ή εσωτερικός νευρώνας (ο νευρώνας, ο νευράξονας και οι δενδρίτες του οποίου περιορίζονται απο μια δομή)
  • Introspection : ενδοσκόπηση
  • Intron : Εσώνιο
  • Invasive procedures : επεμβατικές διαδικασίες
  • Ipsilateral : Ομόπλευρος

LEdit

  • labeled line code : κώδικας σεσημασμένης γραμμής
  • Lamina : στοιβάδα
  • Lateral : έξω/πλάγιος
  • Lateral geniculate : έξω γονατώδες σώμα
  • Lateral inhibition : πλάγια αναστολή (περιορισμός της δραστηριότητας ενός νευρώνα εξαιτίας της δραστηριότητας ενός άλλου γειτονικού νευρώνα)
  • Lateral septum : πλάγιο διάφραγμα
  • Lateral Sulcus : Πλαγια αυλακα, του Sylvius
  • Law of specific nerve energies : νόμος της ειδικής ενέργειας των νεύρων (πρόταση σύμφωνα με την οποία κάθε νεύρο μεταφέρει το ίδιο είδος πληροφορίας στον εγκέφαλο)
  • L- Data : πραγματικά δεδομένα (δεδομένα απο τη ζωή του ατόμου που λαμβάνουμε το ιστορικό)
  • Learned helplessness : επίκτητο αίσθημα αβοήθητου (κατά Seligman)
  • Lesion : βλάβη
  • Leu- enkephalin : λευκινο- εγκεφαλίνη
  • Ligand : Πρόσδεμα, προσδέτης
  • Limbic : Μεταιχμιακό
  • Locus of Control : κέντρο ελέγχου (διατυπώθηκε απο τον Rotter για τη γενικευμένη προσδοκία ή πεποίθηση σχετικά με το πως καθορίζονται οι επιβραβεύσεις και οι τιμωρίες)
  • loser condition : η συνθήκη του ηττημένου
  • Loudness : ηχηρότητα (η αντίληψη της έντασης του ήχου)
  • Lumbar : οσφυϊκός

MEdit

  • Magnocellular neuron : μεγαλοκυτταρικός νευρώνας
  • Medulla oblongata : Προμήκης
  • Menarche : έναρξη εμμηνόροιας
  • Meninx : μήνιγγα ( μια από τις λεπτές μεμβράνες που περιβάλλουν τον εγκέφαλο)
  • Met-enkephalin : μεθειονινο-εγκεφαλίνη
  • Midbrain : μεσεγκέφαλος ή μέσος εγκέφαλος
  • Midbrain Tectum : τετράδυμο πέταλο
  • mind -body problem or mind-brain problem : ζήτημα σώματος- ψυχής ή ζήτημα εγκεφάλου- ψυχής
  • Modality : είδος (της αίσθησης)
  • Morbidity : Θνησιμότητα
  • Muscle spindle : μυϊκή άτρακτος
  • Mutually exclusive events : αμοιβαίως αποκλειόμενα ενδεχόμενα (ξένα ενδεχόμενα) (θ. πιθανοτήτων)
  • Myelin sheath : έλυτρο μυελίνης

NEdit

  • Narcolepsy: ναρκοληψία
  • Negative afterimages : αρνητικά μετεικάσματα (αντιλήψεις που προκαλούνται από την κόπωση των νευρώνων ενός είδους, όπως η αντίληψη του πράσινου που βιώνουμε μετά από παρατεταμένη παρατήρηση ενός κόκκινου αντικειμένου)
  • Nerve deafness or inner ear deafness : νευρική κώφωση ή κώφωση του έσω ωτός
  • neural circuits : νευρωνικά δίκτυα
  • neural substrates : νευρωνικά υποστρώματα
  • Neuromuscular junction/ synapse : νευρομυϊκή σύναψη
  • neuropeptides : νευροπεπτίδια
  • neurotransmitter receptors : υποδοχείς νευροδιαβιβαστή
  • Nomenclature : ονοματολογία
  • Notochord : Νωτοχορδή

OEdit

  • Obscure : επισκιάζω
  • Object permanence : μονιμότητα του αντικειμένου
  • Occipital lobe : Ινιακός λοβός
  • O- Data : δεδομένα παρατήρησης (τα δεδομένα του παρατηρητή ή πληροφορίες που παρέχουν φίλοι, συγγενείς και οι δάσκαλοι)
  • ontogenetic explanation : οντογενετική ερμηνεία (περιγραφή του τρόπου ανάπτυξης μιας δομής ή μιας συμπεριφοράς)
  • Operator : τελεστής
  • Optic nerve : οπτικό νεύρο ή οπτική οδος
  • Organizational stress : οργανωσιακού στρες
  • originations : προελεύσεις
  • Oscillation : Ταλάντωση
  • Overload : υπερφορτώνω, παραφορτώνω

PEdit

  • pair bonding : ζευγάρωμα
  • Pacinian corpsule : σωμάτιο του Pacini
  • Parietal lobe : Βρεγματικός λοβός
  • paradigm : παράδειγμα/ σενάριο
  • parallelism : θεωρία του παραλληλισμού ή του ψυχοφυσικού παραλληλισμού
  • Parvocellular neuron : μικροκυτταρικός νευρώνας
  • Perceptual constancy: αντιληπτική σταθερότητα
  • Periaqueductal gray area : περιυδραγωγός φαιά ουσία
  • Periodic Table of Chemical Elements : περιοδικος πινακας χημικων στοιχειων
    Αρχείο:Periodictable.jpg
  • Phantom limb : μέλος φάντασμα
  • phenocopy : φαινομίμηση, φαινοτυπική μίμηση
  • Photopigment : φωτοχρωστική
  • physiological explanation : φυσιολογική ερμηνεία (αντίληψη που συσχετίζει μια δραστηριότητα με τον τρόπο λειτουργίας του εγκεφάλου και των λοιπών οργάνων του οργανισμού)
  • physiological interventions : φυσιολογικές παρεμβάσεις
  • physiological parameters : φυσιολογικές παράμετροι
  • Pitch : ύψος του ήχου ή τόνου ( η εμπειρία που αντιστοιχεί στην συχνότητα του ήχου)
  • Pituitary gland : υπόφυση
  • Place code : κώδικας πληθυσμού
  • Polysomnograph : υπνόγραμμα
  • Pons : Γέφυρα
  • Postcentral gyrus : μετακεντρική έλικα / οπίσθια κεντρική έλικα
  • power analysis : ανάλυση διαφοροποιητικής δύναμης, όπου διαφοροποιητική δύναμη είναι η πιθανότητα να μη διαπράξουμε σφάλμα τύπου ΙΙ, δηλ. πόσο βέβαιοι είμαστε ότι δεν αποδεχόμαστε μια εσφαλμένη μηδενική υπόθεση.
  • preconcious memories: προσυνειδητές αναμνήσεις
  • Precursor : πρόδρομος
  • Precursor mRNA : Πρόδρομο mRNA
  • Predominate : επικρατώ/κυριαρχώ
  • Preoperational stage : προενεργητικό στάδιο (Piaget)
  • Pretectal region : προτετραδυμική περιοχή
  • Prevention : πρόληψη
  • Promoter : Υποκινητής
  • Proprioception : Iδιοδεκτική αίσθηση
  • Proprioceptor : ιδιοδεκτικός υποδοχέας
  • Psychoactive drugs: ψυχοτρόπες ουσίες
  • Pulvinar : προσκέφαλο (θαλάμου)
  • Pupil : κόρη του οφθαλμου
  • Putamen : Κέλυφος

REdit

  • Radial glia : ακτινοειδή νευρογλοία (είδος νευρογλοίων που καθοδηγεί τη μετανάστευση των νευρώνων και την ανάπτυξη δενδριτών και αξόνων κατά την εμβρυϊκή ανάπτυξη)
  • Radian (rad) : ακτίνιο
  • Radioactive labeling : ραδιοσήμανση
  • Raphe nuclei : πυρήνες της ραφής
  • Recall : ανάκληση
  • Reception : υποδοχή ( η απορρόφηση φυσικής ενέργειας από τους υποδοχείς)
  • Receptive field : υποδεκτικό πεδίο
  • Recognition : αναγνώριση
  • Recursive filter : αναδρομικό φίλτρο
  • Recurrent network : αναδρομικό δίκτυο (νευρωνικά δίκτυα)
  • Red Nucleus : Ερυθρός Πυρήνας
  • Reductive : αναγωγικός (φιλοσοφία)
  • Reflex : αντανακλαστικό
  • Reliability : αξιοπιστία (o βαθμός στον οποίο οι παρατηρήσεις είναι σταθερές, έγκυρες και επαναλήψιμες)
  • Repair and restoration theory : θεωρία αναπλήρωσης και ανανέωσης
  • Residency programs : μεταπτυχιακά προγράμματα κλινικής εκπαίδευσης πάνω σε ειδικές περιοχές, όπως συμβαίνει στην ιατρική
  • resident-intruder paradigms : παραδείγματα κατοίκου-εισβολέα
  • Resilience : ανθεκτικότητα
  • Reticular formation : δικτυωτός σχηματισμός
  • Retina : αμφιβληστροειδής χιτώνας
  • Retrieval : ανάσυρση
  • Reuptake : επαναπρόσληψη
  • rigged-competition paradigms : παραδείγματα ελεγχόμενου ανταγωνισμού
  • Risk factors : παράγοντες επικινδυνότητας ή παράγοντες κινδύνου.
  • Rod : ραβδίο
  • Rostral : Κεφαλικά

SEdit

  • Saccule : μικρός θάλαμος
  • Saggital : οβελιαία τομή
  • Saturation : κορεσμός (ορολογία για την αντίληψη), χρωματική καθαρότητα
  • Schematic : διαγραμματική, σχηματική
  • Scratch reflex : αντανακλαστικό ξέσεως (αντανακλαστική εναλλαγή της έκτασης και τα κάμψης ενός μυός, ως αντίδραση στον ερεθισμό του δέρματος)
  • Screening : η διαδικασία με την οποία προσδιορίζεται η ανάγκη του ατόμου για περαιτέρω ή σε βάθος αξιολόγηση ή θεραπεία
  • S- Data: δεδομένα αυτοαναφορών (πληροφορίες που παρέχει το ίδιο το άτομο)
  • Selective prevention intervention : επιλεκτική προληπτική παρέμβαση
  • Semicircular canal : ημικύκλιοι σωλήνες
  • Sensation seeking : ενασχόληση για την εύρεση μιας εξαρτησιογόνου ουσίας που επιφέρει μια ακαταμάχητη επιθυμία και ευφορία
  • Sensorimotor stage : αισθητηριοκινητικό στάδιο (Piaget)
  • Serum : ορός του αίματος
  • Sex typing: ταυτοποίηση φύλου
  • Signal transduction pathway : Οδός μεταγωγής σήματος
  • Shorter life spans : μικρότερη περίοδο ζωής
  • Skeletal or striated muscle : σκελετικός ή γραμμωτός μύς
  • Sleep spindle : υπνικής άτρακτος
  • Slow- twitch/adaptive muscle : μυς βραδείας συστολής
  • Smooth muscle : λείος μυς
  • social defeat : κοινωνική αποτυχία
  • Social integration : κοινωνική ολοκλήρωση
  • Social regulation : κοινωνική ρύθμιση
  • Somatosensory system : σωματαισθητικό σύστημα
  • Spatial acuity: χωρική οξύτητα
  • Spatial localization : χωρικός εντοπισμός
  • Spinal Cord : Νωτιαίος μυελός
  • Spinal nerve : νωτιαίο νεύρο (νεύρο που μεταφέρει πληροφορίες μεταξύ του νωτιαίου και είτε των περιφερειακών αισθητικών υποδοχέων είτε των περιφερειακών μυών)
  • Spine : άκανθα
  • Splicing : Συρραφή
  • Stakeholders : αναφέρεται τόσο στην ατομική όσο και στην συλλογική προσπάθεια ατόμων να προασπίζονται και να παίρνουν μέρος στην λήψη συγκεκριμένων αποφάσεων.
  • Stigma : στίγμα
  • Stretch reflex : αντανακλαστικό διάτασης
  • Striatum : Ραβδωτό Σώμα (κερκοφόρος πυρήνας και κέλυφος)
  • Substance abuse : κατάχρηση ουσιών.
  • Substantia Nigra : Μέλανα Ουσία
  • Suicidal act (also referred to as suicide attempt) : η συμπεριφορά του αυτοτραυματισμού.
  • Suicidal behavior : αυτοκτονική συμπεριφορά
  • Suicidal ideation : αυτοκτονικός ιδεασμός.
  • Suicidality : ένας γενικός όρος που περιλαμβάνει τις αυτοκτονικές ιδέες και σκέψεις, τα σχέδια ή τις απόπειρες των αυτόχειρων.
  • Suicide attempt : η απόπειρα αυτοκτονίας
  • Suicide attempt survivors : τα άτομα που έχουν επιζήσει από προηγούμενη απόπειρα αυτοκτονίας.
  • Suicide survivors : άτομα του κοντινού περιβάλλοντος που βίωσαν την αυτοκτονία του.
  • Superior colliculus : άνω διδύμια
  • Supervised learning: επιβλεπόμενη μάθηση (νευρωνικά δίκτυα)
  • Suprachiasmatic nucleus : υπερχιασματικός πυρήνας.
  • Surveillance : επιστασία
  • Synaptic Bouton : Συναπτικό Κομβίο
  • Synaptic Cleft : Συναπτική Σχισμή

TEdit

  • Tangent : εφαπτομένη
  • Τ-Data : δεδομένα δοκιμασιών (δεδομένα από ένα test ή απο πειραματικές διαδικασίες)
  • Timble: χροιά
  • Tectum : τετράδυμο πέταλο
  • Template : μήτρα (υπόδειγμα προς κατασκευή ή αντιγραφή)
  • Temperament : ιδιοσυγκρασία
  • Tegmentum : Καλύπτρα
  • Temporal lobe : Κροταφικός λοβός
  • Tract : οδός ή δεμάτιο
  • Transcription : Μεταγραφή
  • Transcription factor : Μεταγραφικός παράγοντας
  • Transcutaneous electrical nerve stimulation/ TENS : διαδερματικός ηλεκτρικός νευρικός ερεθισμός
  • Transduction : μετασχηματισμός/ μετατροπή (η μετατροπή της φυσικής ενέργειας σε ηλεκτροχημική δραστηριότητα στους νευρώνες)
  • Transfer Function : Συνάρτηση μεταφοράς ή ενεργοποίησης (νευρωνικά δίκτυα)
  • Transition : Μετάβαση
  • Translation : Μετάφραση
  • Transverse : εγκάρσια τομή
  • Traveling wave : διατρέχων κύμα ( κύμα που ταξιδεύει κατά μήκος της επιφάνειας προκαλώντας κάποια μετατόπιση σε όλα τα σημεία αλλά πιθανόν να προκαλέσει μεγαλύτερη σε κάποια από ότι σε άλλα)
  • Tympanic membrane : τυμπανικός υμένας
  • Torsional : συστροφικός - περιστροφικός?

UEdit

  • Uncus : Άγκιστρο
  • Unintentional : αναφέρεται στον τραυματισμό του ατόμου που δεν είναι προμελετημένος.
  • Union : ένωση (θ.συνόλων)
  • Universal preventive intervention : η παρέμβαση σε έναν συγκεκριμένο πληθυσμό-στόχο, ανεξάρτητα από το ρίσκο
  • Uptake : πρόσληψη
  • Utilization management guidelines : οι διαδικασίες μέσω των οποίων εξασφαλίζεται η επάρκεια και η αποτελεσματική

VEdit

  • Valence : Χημικό σθένος
  • Validity : εγκυρότητα (ο βαθμός στον οποίο οι παρατηρήσεις μας αντανακλούν τα φαινόμενα ή της μεταβλητές που μας ενδιαφέρουν)
  • Ventral : Κοιλιακά, εσωτερικά
  • Ventral pallidum : κοιλιακή ωχρά σφαίρα
  • Ventricle = Κοιλία
  • Ventroanterior thalamus : κοιλιακός πρόσθιος πυρήνας του θαλάμου
  • Ventrolateral thalamus : κοιλιακός και έξω πυρήνας του θαλάμου
  • Ventromedial tract/pathway : μεσοκοιλιακή οδός
  • Vertebrates species = σπονδυλωτάViscera : Εσωτερικά όργανα, σωθικά
  • Vestibular system : αιθουσαίο σύστημα
  • Viscera : Εσωτερικά όργανα, σωθικά
  • victor condition : η συνθήκη του νικητή
  • Visual acuity : οπτική οξύτητα
  • Volley principle : αρχή της ομοβροντίας (αξίωμα ότι ένα ηχητικό κύμα σχετικά μεγάλου ύψους μπορεί να προκαλέσει μια ομοβροντία ώσεων από διάφορες ίνες, παρ ότι καμία επιμέρους ίνα δεν είναι σε θέση να παράγει ώσεις σε συγχρονισμό με τα ηχητικά κύματα)

WEdit

  • W cells : γαγγλιακά κύτταρα που αντιδρούν ασθενώς στα οπτικά ερεθίσματα
  • Watson, John(1878-1958): Αμερικανός ψυχολόγος. Ο ιδρυτής του Μπιχεβιορισμού, της σχολής της ψυχολογίας της συμπεριφοράς
  • wary flexibility : κηρώδης ευκαμψία
  • Wechsler Adult Intelligence Scale (WAIS) : κλίμακα ευφυίας ενηλικων του Wechsler
  • Wechsler Intelligence Scale for Children (WISC): κλίμακα ευφυίας Wechsler για παιδία
  • white- out syndrome : σύνδρομο καθολικού άσπρου. Μια ψύχωση που συμβαίνει στους εξερευνητές της Αρκτικής και στους ορειβάτες που εκτίθενται στην έλλειψη ποικιλίας ερεθισμάτων στο χιονοσκεπές περιβάλλον.
  • withdrawal : απόσυρση. Μια παθολογική απομάκρυνση από τον κόσμο ή την πραγματικότητα, που παρατηρείται συχνά στη σχιζοφρένεια
  • withdrawal syndrome : στερητικό σύνδρομο
  • word approximation : λεκτική προσέγγιση
  • word salad : λεκτική σαλάτα
  • working alliance : συμμαχία εργασίας
  • working through :θεραπευτική επεξεργασία/ διεξοδική επεξεργασία

XEdit

  • X cells : μικρά γαγγλιακά κύτταρα που βρίσκονται ως επί το πλείστον κοντα στο κεντρικό βοθρίο
  • xenophobia : ξενοφοβία
  • x- linkage : κληρονομική μεταβίβαση με το Χ χρωμόσωμα

YEdit

  • Y cells : σχετικά μεγάλο γαγγλιακά κύτταρα που είναι ομοιόμορφα κατανεμημένα σε ολόκληρη την επιφάνεια του αμφιβληστροειδούς
  • Yield : αποδίδω, αποφέρω, ενδίδω

ZEdit

  • Zeitgeber : χρονοδότης
  • zoophilia : κτηνοβασία
  • zoophobia : ζωοφοβία
  • zugocity (dizygotic and monozygotic): ζυγωτισμός (διζυγωτικός και μονοζυγωτικός)



αββαείο - αναβαθμολόγηση

- άβακας - αβάκιο - βάπτιση - αβαρία - αβασιμότητα

- άβατο αββάς - αβγολέμονο - αβγοτέμπερα - αβγοτάραχο

- αβδηριτισμός - αβεβαιότητα - αβελτηρία

- Αβινιόν - αβιογένεση - αβιογενετική

- αβιοτική - αβιταμίνωση - αβλεψία - αβουλία

- αβρότητα - αβροφροσύνη - Αγαθάγγελος

- αγαθό

- αγαθοεργία - Αγαθοκλής - Αγαθονίκη - Αγαθόνικος - αγαθοπιστία


- αγαθότητα - αγαλλίαση - άγαλμα - αγαλματοποιία - αγαλματοποιός - Αγαμέμνων - αγαμία - άγαμο - αγανάκτηση - άγανο - αγάπη - Αγαπήνωρ

- Αγάπιος - Αγαύη αγγαρεία - αγγειεκτασία - αγγειίτιδα - αγγείο - αγγειοβρίθεια - αγγειογραφία - αγγειογράφος - - αγγειοδιαστολή - αγγειοκαρδιογραφία - αγγειοκινητική

- αγγειολογία - αγγειολόγος - αγγείο - αγγειοπλάστης - αγγειοπλαστική - αγγειοσάρκωμα - αγγειόσπασμος - αγγειόσπερμα

- αγγειοσυστολή - αγγειοχειρουργική - αγγειοχειρουργός - αγγείωμα - αγγελία - αγγελιοφόρος

- άγγελος

- αγγελτήριο - άγγιγμα - Αγγλία

- αγγλικά

- αγγλικανισμός - Άγγλοι - αγγλοσαξονικά - αγγλοσαξονικέ - αγγλοσάξονες - αγγούρι - αγγουριά




αγεEdit

αγελάδα - αγελαδάρηδες - αγελαδάρηδων - αγελαδάρης - αγελαδάρισσα - αγελαδινά - αγελαδινέ - αγελαδινές - αγελαδινή - αγελαδινής - αγελαδινό - αγελαδινοί - αγελαδινός - αγελαδινού - αγελαδινούς - αγελαδινών - αγελαδίσιος - αγελαδοτρόφος - αγελαία - αγελαίας - αγελαίε - αγελαίες - αγελαίο - αγελαίοι - αγελαίος - αγελαίου - αγελαίους - αγέλαστα - αγέλαστος - αγέλη - αγεληδόν - αγέμιστος - αγένεια - αγένειος - αγενής - αγέννητος - αγένωτος - αγερασιά - αγέραστος - αγερικό - αγέρινος - αγέρωχα - αγερωχία - αγέρωχος - αγερώχως - άγευστες - άγευστη - άγευστης - άγευστο - άγευστος - άγευστους - αγεφύρωτος - αγεωγράφητος - αγεωμέτρητος - αγεώργητος

αγηEdit

άγημα - Αγήνωρ - Αγησίλαος

αγιEdit

άγια - αγιάζι - αγιάζω - Αγία Λουκία - άγιας - αγίασμα - άγιασμα - αγιασμός - αγιαστήρα - αγιαστήρια - αγιαστούρα - αγιατολάχ - αγιάτρευτα - αγιάτρευτος - άγιες - αγίνωτος - άγιο - αγιοβασιλιάτικος - αγιογδύτης - αγιογδύτισσα - αγιογράφηση - αγιογραφία - αγιογράφος - αγιογραφώ - αγιοδημητριάτικο - αγιοκέρι - αγιόκλημα - αγιολόγιο - αγιοποιημένος - αγιοποίηση - αγιοποίησις - αγιοποιώ - αγιορείτης - αγιορείτικος - αγιορειτικός - άγιος - Άγιος Βασίλης - Άγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες - Άγιος Μαρίνος - Άγιος Νικόλαος Λασιθίου - Άγιος Στέφανος Αττικής - αγιοσύνη - Άγιος Χριστόφορος και Νέβις - αγιότητα - Αγιούλα - αγιούπας - άγιους - Άγις - αγιωνυμία - αγιώνυμος - αγιωτικά - αγιωτικέ - αγιωτικές - αγιωτική - αγιωτικής - αγιωτικό - αγιωτικοί - αγιωτικός - αγιωτικού - αγιωτικούς - αγιωτικών

αγκEdit

αγκαζάρισμα - αγκαζαρισμένος - αγκαζάρω - αγκαζέ - αγκάθα - αγκαθένιος - αγκαθερά - αγκαθερέ - αγκαθερές - αγκαθερή - αγκαθερής - αγκαθερό - αγκαθεροί - αγκαθερός - αγκαθερού - αγκαθερούς - αγκαθερών - αγκάθι - αγκάθινος - αγκαθότοπος - αγκαθωτά - αγκαθωτέ - αγκαθωτές - αγκαθωτή - αγκαθωτής - αγκαθωτό - αγκαθωτοί - αγκαθωτός - αγκαθωτού - αγκαθωτούς - αγκαθωτών - αγκαλά - αγκάλη - αγκαλιά - αγκαλιάζομαι - αγκαλιάζω - αγκάλιασμα - αγκαλιαστά - αγκίδα - αγκίθα - αγκινάρα - αγκιναροφαγία - αγκίστρι - αγκιστριά - άγκιστρο - αγκιστροειδής - αγκίστρωμα - αγκιστρωμένος - αγκιστρώνομαι - αγκιστρώνω - αγκίστρωση - αγκιτάτορας - αγκιτάτσια - Αγκόλα - αγκομαχάω - αγκομάχημα - αγκομαχητό - αγκομαχώ - αγκούσα - αγκράφα - αγκτηριασμός - αγκύλη - αγκύλι - αγκύλος - αγκύλωμα - αγκυλωμένος - αγκυλώνω - αγκύλωση - αγκυλωτά - αγκυλωτέ - αγκυλωτές - αγκυλωτή - αγκυλωτής - αγκυλωτό - αγκυλωτοί - αγκυλωτός - αγκυλωτού - αγκυλωτούς - αγκυλωτών - Άγκυρα - άγκυρα - αγκυροβολάω - αγκυροβόλημα - αγκυροβολημένος - αγκυροβόλι - αγκυροβολώ - αγκωνάρι - αγκώνας - αγκωνή - αγκωνιάζω

αγλEdit

αγλαά - αγλαέ - αγλαές - αγλαή - αγλαής - Αγλαΐα - αγλαΐζω - αγλάισμα - αγλάκι - αγλακιχτής - αγλακώ - αγλαό - αγλαοί - αγλαός - αγλαού - αγλαούς - αγλαών - αγλέουρας - αγλύκαντος - άγλυκες - άγλυκη - άγλυκης - άγλυκο - άγλυκος - άγλυκους - άγλωσσες - άγλωσση - άγλωσσης - αγλωσσία - άγλωσσο - άγλωσσος - άγλωσσους

αγνEdit

αγνά - αγνάντεμα - άγναντες - αγναντεύω - άγναντη - άγναντης - αγνάντια - άγναντο - άγναντος - άγναντους - αγνέ - αγνεία - αγνές - άγνεστες - άγνεστη - άγνεστης - άγνεστο - άγνεστος - άγνεστους - Αγνή - αγνή - αγνής - αγνίζω - αγνισμός - αγνό - αγνοημένος - αγνοί - άγνοια - αγνοούμαι - αγνοούμενη - αγνοούμενος - αγνός - αγνότης - αγνότητα - αγνού - αγνούς - αγνοώ - άγνωμες - άγνωμη - άγνωμης - άγνωμο - αγνώμονας - αγνωμονώ - αγνωμόνως - άγνωμος - αγνωμοσύνη - άγνωμους - αγνώμων - αγνών - άγνωρες - άγνωρη - άγνωρης - αγνώριστος - άγνωρο - άγνωρος - άγνωρους - αγνωσία - αγνωσιαρχία - άγνωστες - άγνωστη - άγνωστης - αγνωστικισμός - αγνωστικιστής - αγνωστικιστών - άγνωστο - αγνωστοποίητος - άγνωστος - άγνωστους - αγόγγυστος - αγοήτευτος

αγοEdit

άγομαι - αγονάτιστος - άγονες - άγονη - άγονης - αγονία - άγονο - άγονος - άγονους - αγορά - αγοράζομαι - αγοράζω - αγοραία - αγοραίας - αγοραίε - αγοραίες - αγοραίο - αγοραίοι - αγοραίος - αγοραίου - αγοραίους - Αγοράκριτος - αγορανομία - αγορανομικά - αγορανομικέ - αγορανομικές - αγορανομική - αγορανομικής - αγορανομικό - αγορανομικοί - αγορανομικός - αγορανομικού - αγορανομικούς - αγορανομικών - αγορανόμος - αγοραπωλησία - αγορασμένος - αγοραστά - αγοραστέ - αγοραστές - αγοραστή - αγοραστής - αγοραστικά - αγοραστικέ - αγοραστικές - αγοραστική - αγοραστικής - αγοραστικό - αγοραστικοί - αγοραστικός - αγοραστικού - αγοραστικούς - αγοραστικών - αγοραστό - αγοραστοί - Αγοραστός - αγοραστός - αγοραστού - αγοραστούς - αγοράστρια - αγοραστών - αγοραφοβία - αγόρευση - αγορεύω - αγορητής - αγορήτρια - αγορητών - αγόρι - αγορίνα - αγορίστικος - Αγορίτσα - αγοροκόριτσο - αγοροπωλησία - Αγόρω - άγος - αγουρέλαιο - άγουρες - άγουρη - άγουρης - αγουρίδα - αγουρίλα - άγουρο - αγουρόλαδο - αγουροξυπνημένος - άγουρος - άγουρους - αγουρωπά - αγουρωπέ - αγουρωπές - αγουρωπή - αγουρωπής - αγουρωπό - αγουρωποί - αγουρωπός - αγουρωπού - αγουρωπούς - αγουρωπών - άγουστες - άγουστη - άγουστης - αγουστιά - άγουστο - άγουστος - άγουστους

αγρEdit

άγρα - αγράμματος - αγραμματοσύνη - αγράμπελη - αγρανάπαυση - αγρανάπαυσις - αγραυλώ - άγραφες - άγραφη - άγραφης - άγραφο - άγραφος - άγραφους - άγραφτες - άγραφτη - άγραφτης - άγραφτο - άγραφτος - άγραφτους - αγρέλλιν - ΑΓΡΕΞ - άγρευμα - άγρευση - αγρεύσιμος - άγρευσις - αγρεύω - άγρια - αγριάδα - αγριάνθρωπος - άγριας - Αγριδάκι - αγριελιά - αγρίεμα - αγριεμένος - αγριεμός - άγριες - αγριεύομαι - αγριεύω - αγρικώ - αγριλιά - αγριλίσιος - αγρίμι - αγριμοκυνηγός - αγριμολόγος - Αγρίνιο - άγριο - αγριοβόρι - αγριόγατα - αγριόγατος - αγριόγιδο - αγριογούρουνο - αγριοκάτσικο - αγριοκοίταγμα - αγριοκοιτάζομαι - αγριοκοιτάζω - αγριοκοιτάω - αγριοκοιτιέμαι - αγριοκοιτώ - αγριολούλουδο - αγριόπαπια - άγριος - αγριότης - αγριότητα - άγριους - αγριοφωνάρα - αγριόχοιρος - αγριόχορτο - Αγριππίνα - αγριωπά - αγριωπέ - αγριωπές - αγριωπή - αγριωπής - αγριωπό - αγριωποί - αγριωπός - αγριωπού - αγριωπούς - αγριωπών - αγρίως - αγροδίαιτος - αγροικία - αγροίκος - αγροκαλλιέργεια - αγροκήπιο - αγρόκτημα - αγρολήπτης - αγροληπτικά - αγροληπτικέ - αγροληπτικές - αγροληπτική - αγροληπτικής - αγροληπτικό - αγροληπτικοί - αγροληπτικός - αγροληπτικού - αγροληπτικούς - αγροληπτικών - αγροληψία - αγρονομία - αγρονομικά - αγρονομικέ - αγρονομικές - αγρονομική - αγρονομικής - αγρονομικό - αγρονομικοί - αγρονομικός - αγρονομικού - αγρονομικούς - αγρονομικών - αγρονόμος - αγρός - αγροτεμάχιο - αγροτεμάχιον - αγροτεχνική - αγρότης - αγροτιά - αγροτικά - αγροτικέ - αγροτικές - αγροτική - αγροτικής - αγροτικό - αγροτικοί - αγροτικός - αγροτικού - αγροτικούς - αγροτικών - αγρότισσα - αγροτοβιομηχανικά - αγροτοβιομηχανικέ - αγροτοβιομηχανικές - αγροτοβιομηχανική - αγροτοβιομηχανικής - αγροτοβιομηχανικό - αγροτοβιομηχανικοί - αγροτοβιομηχανικός - αγροτοβιομηχανικού - αγροτοβιομηχανικούς - αγροτοβιομηχανικών - αγροτοπατέρας - αγροτοπατερισμός - αγροφύλακας - αγροφυλακή - άγρυπνα - άγρυπνες - άγρυπνη - άγρυπνης - αγρύπνια - αγρυπνία - αγρυπνισμένος - άγρυπνο - άγρυπνος - άγρυπνους - αγρυπνώ - αγρύπνως - αγρωνύμιο - άγρωστη - αγρωστοειδή - αγρωστώδη

αγυEdit

αγυάλιστος - αγυιά - αγυιόπαιδο - αγυμνασία - αγύμναστος - αγύρευτος - αγύριστα - αγύριστος - αγυρτεία - αγύρτης - αγύρτισσα

αγχEdit

αγχέμαχος - αγχίνοια - αγχίνους - αγχιστεία - αγχολυτικά - αγχολυτικέ - αγχολυτικές - αγχολυτική - αγχολυτικής - αγχολυτικό - αγχολυτικοί - αγχολυτικός - αγχολυτικού - αγχολυτικούς - αγχολυτικών - άγχομαι - αγχόνη - άγχος - αγχώδης - αγχωμένος - αγχώνομαι - αγχώνω - αγχωτικά

αγωEdit

άγω - αγωγή - αγώγι - αγωγιάτης - αγωγιάτικος - αγωγιάτισσα - αγώγιμος - αγωγιμότητα - αγωγός - αγώι - αγώνας - αγωνία - αγωνίζομαι - αγώνισμα - αγωνιστής - αγωνιστικά - αγωνιστικέ - αγωνιστικές - αγωνιστική - αγωνιστικής - αγωνιστικό - αγωνιστικοί - αγωνιστικός - αγωνιστικότητα - αγωνιστικού - αγωνιστικούς - αγωνιστικών - αγωνίστρια - αγωνιστών - αγωνιώ - αγωνιώδης - αγωνοδίκης - αγωνοθεσία - αγωνοθέτης

αδEdit

αδαEdit

αδαημοσύνη - αδαής - αδάκρυτα - αδάκρυτος - Αδάμ - Αδαμαντία - αδαμαντίνη - αδαμάντινος - Αδαμάντιος - αδαμαντοκόλλητος - αδαμαντοποίκιλτος - αδαμαντουργά - αδαμαντουργέ - αδαμαντουργές - αδαμαντουργής - αδαμαντουργό - αδαμαντουργοί - αδαμαντουργός - αδαμαντουργού - αδαμαντουργούς - αδαμαντουργών - αδαμαντωρυχείο - αδαμαντωρυχείον - αδάμαστα - αδάμαστος - αδαμάστως - αδαμιαία - αδαμιαίας - αδαμιαίε - αδαμιαίες - αδαμιαίο - αδαμιαίοι - αδαμιαίος - αδαμιαίου - αδαμιαίους - αδαμιαίως - Αδάμος - αδάνειστος - αδάπανα - αδαπάνητος - αδάπανος - αδαπάνως - αδασκάλευτος - αδασμολόγητα - αδασμολόγητος - αδασμολογήτως - αδαώς

αδεEdit

ΑΔΕΔΥ - άδεια - άδεια διάβασης - αδειάζω - αδειανά - αδειανέ - αδειανές - αδειανή - αδειανής - αδειανό - αδειανοί - αδειανός - αδειανού - αδειανούς - αδειανών - άδεια οδήγησης - άδειας - άδειασμα - αδειασμένος - άδειες - αδείλιαστα - αδείλιαστος - άδειο - άδειος - αδειούμπα - άδειους - αδειούχος - άδειπνες - άδειπνη - άδειπνης - αδείπνητα - αδείπνητος - άδειπνο - άδειπνος - άδειπνους - αδεκαρία - αδέκαρος - αδέκαστα - αδέκαστος - αδελέαστα - αδελέαστος - αδελεάστως - αδελφάτο - αδελφάτον - αδελφή - αδελφικά - αδελφικέ - αδελφικές - αδελφική - αδελφικής - αδελφικό - αδελφικοί - αδελφικός - αδελφικότης - αδελφικότητα - αδελφικού - αδελφικούς - αδελφικών - αδελφικώς - αδελφοκτονία - αδελφοκτόνος - αδελφοποίηση - αδελφοποίησις - αδελφός - αδελφοσύνη - αδελφότης - αδελφότητα - αδέλφωμα - αδελφωμένος - αδελφώνω - αδεμάτιαστος - αδένας - άδενδρες - άδενδρη - άδενδρης - άδενδρο - άδενδρος - άδενδρους - αδενίνη - αδενοπάθεια - αδενοπαθής - αδενοσίνη - άδεντρες - άδεντρη - άδεντρης - άδεντρο - άδεντρος - άδεντρους - αδένωμα - αδέξια - αδέξιος - αδεξιότης - αδεξιότητα - αδεξίως - αδερφή - αδέρφι - αδερφικά - αδερφικάτα - αδερφικέ - αδερφικές - αδερφική - αδερφικής - αδερφικό - αδερφικοί - αδερφικός - αδερφικότητα - αδερφικού - αδερφικούς - αδερφικών - αδερφοδιώχτης - αδερφομεράδι - αδερφομοιράδι - αδερφοποιτός - αδερφός - αδερφοσύνη - αδέρφωμα - αδερφώνω - αδέσμευτα - αδέσμευτος - αδεσμεύτως - αδέσποτος - άδετες - άδετη - άδετης - άδετο - άδετος - άδετους - αδέψητος

αδηEdit

άδηκτες - άδηκτη - άδηκτης - άδηκτο - άδηκτος - άδηκτους - άδηλα - άδηλες - άδηλη - άδηλης - αδηλητηρίαστος - άδηλο - άδηλος - άδηλους - αδήλως - αδήλωτος - αδήμευτος - αδημιούργητος - αδημονία - αδημονώ - αδημοσίευτος - ΑΔΗΝ - αδήν - αδήριτος - ΑΔΗΣΚ - αδηφαγία - αδηφάγος - αδήωτος

αδιEdit

αδιάβαστος - αδιάβατος - αδιαβίβαστος - αδιάβλητος - αδιάβροχο - αδιάβροχος - αδιάβρωτος - αδιαγούμητος - αδιαγούμιστος - αδιάζευκτος - αδιαθεσία - αδιάθετος - αδιαθετώ - αδιαίρετα - αδιαίρετος - αδιαιρέτως - αδιακανόνιστος - αδιάκοπα - αδιάκοπος - αδιακόπως - αδιακόρευτος - αδιακόσμητος - αδιακρισία - αδιάκριτα - αδιάκριτος - αδιακρίτως - αδιάλειπτα - αδιάλειπτος - αδιαλείπτως - αδιάλλακτα - αδιάλλακτος - αδιαλλάκτως - αδιαλλαξία - αδιάλυτος - αδιαμαρτύρητος - αδιαμοίραστα - αδιαμοίραστος - αδιαμοιράστως - αδιαμόρφωτος - αδιαμφισβήτητα - αδιαμφισβήτητος - αδιαμφισβητήτως - αδιανέμητος - αδιανόητα - αδιανόητος - αδιανοήτως - αδιαντροπιά - αδιάντροπος - αδιαντροπότητα - αδιαπαιδαγώγητος - αδιαπέραστος - αδιάπλαστος - αδιάπτωτος - αδιάρμιστος - αδιάρρηκτα - αδιάρρηκτος - αδιαρρήκτως - αδιαρρύθμιστος - αδιασάλευτος - αδιασάφητος - αδιάσειστα - αδιάσειστος - αδιασείστως - αδιάσπαστα - αδιάσπαστος - αδιασπάστως - αδιατάρακτα - αδιατάρακτος - αδιαταράκτως - αδιατάραχτα - αδιατάραχτος - αδιατίμητος - αδιάτρητος - αδιατύπωτος - αδιαφάνεια - αδιαφανής - αδιαφανώς - αδιαφέντευτος - αδιαφήμιστα - αδιαφήμιστος - αδιαφημίστως - αδιάφθορα - αδιάφθορος - αδιαφθόρως - αδιαφιλονίκητα - αδιαφιλονίκητος - αδιαφιλονικήτως - αδιάφορα - αδιαφόρετα - αδιαφόρετος - αδιαφορία - αδιάφορος - αδιαφορώ - αδιαφόρως - αδιαφύλακτος - αδιαφύλαχτος - αδιαφώτιστος - αδιαχώρητα - αδιαχώρητος - αδιαχωρήτως - αδιαχώριστα - αδιαχώριστος - αδιαχωρίστως - αδιάψευστα - αδιάψευστος - αδιαψεύστως - αδίδακτα - αδίδακτος - αδιδάκτως - αδίδαχτος - αδιεκδίκητος - αδιενέργητος - αδιέξοδο - αδιέξοδος - αδιερεύνητα - αδιερεύνητος - αδιερευνήτως - αδιευθέτητος - αδιευκρίνιστος - αδιήθητος - άδικα - αδικαιολόγητα - αδικαιολόγητος - αδικαιολογήτως - αδικαίωτα - αδικαίωτος - αδίκαστα - αδίκαστος - άδικες - άδικη - αδίκημα - αδικημένος - άδικης - αδικητής - αδικήτρα - αδικήτρια - αδικητών - αδικία - άδικο - αδικοπραγία - αδικοπραγώ - άδικος - άδικου - άδικους - αδικοχαμένος - αδικώ - αδίκως - αδιοίκητα - αδιοίκητος - αδιοικήτως - αδιόρατα - αδιόρατος - αδιοράτως - αδιόρθωτα - αδιόρθωτος - αδιορθώτως - αδιόριστα - αδιοριστία - αδιόριστος - αδιορίστως - αδιπλασίαστος - αδίπλωτος - ΑΔΙΣΠΟ - αδίστακτα - αδίστακτος - αδιστάκτως - αδίσταχτα - αδίσταχτος - αδιύλιστος - αδίχαστος - αδίωκτος - άδιωχτα - άδιωχτες - άδιωχτη - άδιωχτης - άδιωχτο - άδιωχτος - άδιωχτους

άδμEdit

Άδμητος

αδοEdit

αδογμάτιστα - αδογμάτιστος - αδογματίστως - αδόκητα - αδόκητος - αδοκήτως - αδοκίμαστα - αδοκίμαστος - αδοκιμάστως - αδόκιμος - άδολα - άδολες - αδολέσχης - αδολεσχία - άδολη - άδολης - αδολίευτα - αδολίευτος - αδολιεύτως - άδολο - άδολος - άδολους - αδόλως - αδόλωτος - αδόνητος - άδοξα - αδόξαστος - άδοξες - άδοξη - άδοξης - άδοξο - άδοξος - άδοξους - αδόξως - ΑΔΟΣ - άδοτες - άδοτη - άδοτης - άδοτο - άδοτος - άδοτους - άδουλες - αδούλευτος - άδουλη - άδουλης - άδουλο - άδουλος - άδουλους - αδούλωτος

αδρEdit

αδρά - αδράνεια - αδρανής - αδρανοποίηση - αδρανοποίησις - αδρανοποιώ - αδρανώ - αδρανώς - αδράχνω - αδράχτι - αδρέ - αδρειότητα - αδρεναλίνη - αδρές - αδρή - αδρής - Αδριανή - Αδριανός - αδρό - αδροί - αδρομέρεια - αδρομερής - αδρομερώς - αδρομισθία - αδρόμισθος - αδρομίσθως - αδρόνιο - αδροπληρώνω - αδρός - άδροσες - άδροση - άδροσης - αδρόσιστος - άδροσο - άδροσος - άδροσους - αδρότης - αδρότητα - αδρού - αδρούς - αδρών - αδρώς

αδςEdit

ΑΔΣΕΝ

αδυEdit

ΑΔΤΕ - αδύναμα - αδυναμία - αδύναμος - αδυνάστευτος - αδύνατα - αδυνατίζω - αδυνάτισμα - αδυνατισμένος - αδυνατιστικά - αδυνατιστικέ - αδυνατιστικές - αδυνατιστική - αδυνατιστικής - αδυνατιστικό - αδυνατιστικοί - αδυνατιστικός - αδυνατιστικού - αδυνατιστικούς - αδυνατιστικών - αδύνατος - αδυνατότητα - αδυνατώ - αδυσώπητα - αδυσώπητος - αδυσωπήτως - άδυτες - άδυτη - άδυτης - άδυτο - άδυτος - άδυτους

άδωEdit

άδω - Άδωνις - Αδωνίς - άδωρες - άδωρη - άδωρης - αδώρητος - άδωρο - αδωροδόκητα - αδωροδόκητος - αδωροδοκήτως - άδωρος - άδωρους - αδώτητα

αεEdit

ΑΕ - άε

αεβEdit

ΑΕΒΕ

αείEdit

ΑΕΙ - αεί - αειθαλής - αεικίνητος - αειμακάριστος - αείμνηστος - αειπάρθενος - αείποτε - αειφανής - αειφορία - αειφόρος - αείφυλλος

αεκEdit

ΑΕΚ

αελEdit

ΑΕΛ

αενEdit

αέναα - αέναος - αενάως

αεπEdit

ΑΕΠ - ΑΕΠΙ

αερEdit

αεραγωγός - αεράθλημα - αεραθλητικά - αεραθλητικέ - αεραθλητικές - αεραθλητική - αεραθλητικής - αεραθλητικό - αεραθλητικοί - αεραθλητικός - αεραθλητικού - αεραθλητικούς - αεραθλητικών - αεράκι - αεράμυνα - αεραντλία - αέρας - αεράτος - άεργες - άεργη - άεργης - άεργο - άεργος - άεργους - αεριαγωγός - αερίζω - αερικά - αερικέ - αερικές - αερική - αερικής - αερικό - αερικοί - αερικός - αερικού - αερικούς - αερικών - αέρινος - αέριο - αέριον - αέριος - αεριούχος - αεριόφως - αέρισμα - αερισμένος - αερισμός - αεριστήρας - αεριτζής - αεριτζίδικος - αεριωθούμενο - αεριωθούμενον - αεροβάμων - αεροβασία - αεροβάτης - αεροβατώ - αερόβιος - αεροβίωση - αεροβόλο - αεροβόλον - αερόγαμα - αερογέφυρα - αερογραμμή - αεροδεξαμενοσκάφος - αεροδιάδρομος - αεροδιαστημικά - αεροδιαστημικέ - αεροδιαστημικές - αεροδιαστημική - αεροδιαστημικής - αεροδιαστημικό - αεροδιαστημικοί - αεροδιαστημικός - αεροδιαστημικού - αεροδιαστημικούς - αεροδιαστημικών - αεροδικείο - αεροδικείον - αεροδίνη - αεροδίνητος - αεροδρομικά - αεροδρομικέ - αεροδρομικές - αεροδρομική - αεροδρομικής - αεροδρομικό - αεροδρομικοί - αεροδρομικός - αεροδρομικού - αεροδρομικούς - αεροδρομικών - αεροδρομικώς - αεροδρόμιο - αεροδρόμιον - αεροδυναμικά - αεροδυναμικέ - αεροδυναμικές - αεροδυναμική - αεροδυναμικής - αεροδυναμικό - αεροδυναμικοί - αεροδυναμικός - αεροδυναμικού - αεροδυναμικούς - αεροδυναμικών - αεροελεγκτής - αεροεπιβάτης - αεροζόλ - αεροθάλαμος - αεροθεραπεία - αερόθερμο - αερόθερμον - αεροκίνητος - αερολέσχη - αερολεωφορείο - αερόλιθος - αερολιμενάρχης - αερολιμένας - αερολιμενικά - αερολιμενικέ - αερολιμενικές - αερολιμενική - αερολιμενικής - αερολιμενικό - αερολιμενικοί - αερολιμενικός - αερολιμενικού - αερολιμενικούς - αερολιμενικών - αερολιμήν - αερολογία - αερολόγος - αερολογώ - αερόλουτρο - αερόλουτρον - αερόλυμα - αερομαχία - αερομεταφορά - αερομεταφορέας - αερομοντελισμός - αερομπαλόνι - αερόμπικ - αεροναυμαχία - αεροναυπηγία - αεροναυπηγική - αεροναυπηγός - αεροναύτης - αεροναυτική - αεροναυτιλία - αεροπειρατεία - αεροπειρατής - αεροπειρατία - αεροπειρατίνα - αεροπειρατών - αεροπλάνο - αεροπλανοφόρο - αεροπλανοφόρον - αεροπλοΐα - αερόπλοιο - αεροπορία - αεροπορικά - αεροπορικέ - αεροπορικές - αεροπορική - αεροπορικής - αεροπορικό - αεροπορικοί - αεροπορικός - αεροπορικού - αεροπορικούς - αεροπορικών - αεροπορικώς - αεροπορίνα - αεροπόρος - αερόσακος - αεροσκάφος - αεροστατικά - αεροστατικέ - αεροστατικές - αεροστατική - αεροστατικής - αεροστατικό - αεροστατικοί - αεροστατικός - αεροστατικού - αεροστατικούς - αεροστατικών - αερόστατο - αερόστατον - αεροστεγής - αεροστρόβιλος - αεροσυγκοινωνία - αεροσυνοδός - αεροφαγία - αεροφοβία - αεροφόρος - αερόφρενο - αεροφωτογραφία - αερώδης

αετEdit

ΑΕΤΑ - αετιδεύς - Αετιδεύς - αετίνα - αετίσιος - αετομάτης - αετόμορφος - αετονύχης - αετονύχισσα - αετόπουλο - αετοράχη - Αετός - αετός - αετοφωλιά - αέτωμα

αζEdit

αζαEdit

αζαλέα - αζάρωτος

αζεEdit

αζεμάτιστος - αζεριανά - Αζερμπαϊτζάν - αζερμπαϊτζανικά - αζευγάριστος - αζευγάρωτος - άζευκτες - άζευκτη - άζευκτης - άζευκτο - άζευκτος - άζευκτους - άζευτες - άζευτη - άζευτης - άζευτο - άζευτος - άζευτους

αζηEdit

αζήλευτος - αζήμιος - αζημίωτα - αζημίωτος - αζημιώτως - αζήτητα - αζήτητος - αζητήτως

αζιEdit

αζιμούθιο

αζοEdit

άζουμες - άζουμη - άζουμης - άζουμο - άζουμος - άζουμους - αζούρ - αζουρίτης

αζυEdit

αζύγιαστος - αζύγιστος - άζυμες - άζυμη - άζυμης - άζυμο - άζυμος - άζυμους - αζύμωτος

αζωEdit

αζωγράφητος - αζωγράφιστος - αζωικά - αζωικέ - αζωικές - αζωική - αζωικής - αζωικό - αζωικοί - αζωικός - αζωικού - αζωικούς - αζωικών - άζωστες - άζωστη - άζωστης - άζωστο - άζωστος - άζωστους - άζωτο - άζωτον - αζωτούχος

αηEdit

αηδEdit

αηδής - αηδία - αηδιάζω - αηδιασμένος - αηδιαστικά - αηδιαστικέ - αηδιαστικές - αηδιαστική - αηδιαστικής - αηδιαστικό - αηδιαστικοί - αηδιαστικός - αηδιαστικού - αηδιαστικούς - αηδιαστικών - αηδιαστικώς - αηδιαστκά - αηδιαστκέ - αηδιαστκές - αηδιαστκής - αηδιαστκό - αηδιαστκοί - αηδιαστκός - αηδιαστκού - αηδιαστκούς - αηδιαστκών - αηδόνα - αηδόνι - αηδόνισμα - αηδονολαλιά - αηδονολαλώ - αηδονοφωλιά - αηδών - αηδώς

αηθEdit

αήθης - αήθως - ΑΗΚ - αήρ - αήττητος - άηχες - άηχη - άηχης - άηχο - άηχος - άηχους

αθEdit

αθαEdit

αθάλη - αθάμπωτος - αθανασία - αθάνατα - αθάνατο - αθάνατοι - αθάνατος - αθανάτως - αθάρρευτος - άθαφτες - άθαφτη - άθαφτης - άθαφτο - άθαφτος - άθαφτους

αθεEdit

αθέατος - αθεάτριστος - άθεη - αθεΐα - αθειάφιστος - αθεΐζω - αθεϊσμός - αθεϊστής - αθεϊστικά - αθεϊστικέ - αθεϊστικές - αθεϊστική - αθεϊστικής - αθεϊστικό - αθεϊστικοί - αθεϊστικός - αθεϊστικού - αθεϊστικούς - αθεϊστικών - αθεΐστρια - άθελες - άθελη - άθελης - αθέλητα - αθέλητος - αθελήτως - άθελο - άθελος - άθελους - αθεμελίωτα - αθεμέλιωτος - αθεμελίωτος - αθέμιτα - αθέμιτος - αθεμίτως - άθεος - αθεόφοβα - αθεόφοβος - αθεράπευτα - αθεράπευτος - αθεραπεύτως - αθέρας - αθερίνα - αθέριστος - αθέρμαντος - αθέσπιστος - αθέτηση - αθέτησις - αθετώ - αθεώρητα - αθεώρητος - αθεωρήτως

αθηEdit

αθήλαστος - αθηλύκωτα - αθηλύκωτος - αθημωνιά - αθημώνιαστος - Αθηναγόρας - Αθήναι - αθηναίικος - αθηναϊκός - Αθηναίος - Αθηναΐς - Αθηνόδωρος - αθήρ - αθηροσκλήρωση - αθήρωμα - αθηρωμάτωση - αθησαύριστος

αθιEdit

αθιβολή - αθιβόλι - αθιγγανίς - αθίγγανος - άθικτα - άθικτες - άθικτη - άθικτης - άθικτο - άθικτος - άθικτους - άθιχτα - άθιχτες - άθιχτη - άθιχτης - άθιχτο - άθιχτος - άθιχτους

αθλEdit

άθλημα - άθληση - άθλησις - αθλητής - αθλητιατρικά - αθλητιατρικέ - αθλητιατρικές - αθλητιατρική - αθλητιατρικής - αθλητιατρικό - αθλητιατρικοί - αθλητιατρικός - αθλητιατρικού - αθλητιατρικούς - αθλητιατρικών - αθλητίατρος - αθλητικά - αθλητικέ - αθλητικές - αθλητική - αθλητικής - αθλητικό - αθλητικογράφος - αθλητικοί - αθλητικός - αθλητικού - αθλητικούς - αθλητικών - αθλητισμός - αθλήτρια - αθλητών - άθλια - άθλιας - άθλιες - άθλιο - άθλιος - αθλιότητα - αθλιότητες - άθλιους - αθλίως - άθλο - αθλοθεσία - αθλοθέτης - αθλοθετώ - αθλομανής - άθλον - αθλοπαιδιά - άθλος - αθλούμαι - αθλοφόρος

αθοEdit

άθολες - άθολη - άθολης - άθολο - άθολος - άθολους - αθόλωτος - αθόρυβα - αθορύβητα - αθορύβητος - αθορυβήτως - αθόρυβος - αθορύβως - άθος

αθρEdit

αθρακιά - άθραυστα - άθραυστες - άθραυστη - άθραυστης - άθραυστο - άθραυστος - άθραυστους - αθραύστως - άθρεπτες - άθρεπτη - άθρεπτης - άθρεπτο - άθρεπτος - άθρεπτους - άθρεφτες - άθρεφτη - άθρεφτης - άθρεφτο - άθρεφτος - άθρεφτους - αθρεψία - αθρήνητος - άθρησκες - άθρησκη - άθρησκης - άθρησκο - άθρησκος - άθρησκους - αθρόα - αθροίζω - άθροιση - άθροισμα - αθροισμένος - αθροιστικά - αθροιστικέ - αθροιστικές - αθροιστική - αθροιστικής - αθροιστικό - αθροιστικοί - αθροιστικός - αθροιστικού - αθροιστικούς - αθροιστικών - αθροιστικώς - αθρόος - αθρόως - αθρυμμάτιστος

αθυEdit

άθυμες - άθυμη - άθυμης - αθυμία - αθυμιάτιστος - άθυμο - άθυμος - άθυμους - αθυμώ - αθύμως - άθυρμα - αθύρματα - αθυρματάκι - αθυρματοποιία - αθυρματοποιός - αθυρόστομα - αθυροστομία - αθυρόστομος - αθυροστόμως

αθωEdit

αθώα - αθωνικά - αθωνικέ - αθωνικές - αθωνική - αθωνικής - αθωνικό - αθωνικοί - αθωνικός - αθωνικού - αθωνικούς - αθωνικών - αθωνίτης - αθωνίτιδα - αθωνίτις - αθώος - αθωότης - αθωότητα - αθωράκιστος - αθώρητος - αθωωμένος - αθωώνω - αθώως - αθώωση - αθώωσις - αθωωτικά - αθωωτικέ - αθωωτικές - αθωωτική - αθωωτικής - αθωωτικό - αθωωτικοί - αθωωτικός - αθωωτικού - αθωωτικούς - αθωωτικών

αιEdit

άι - αϊ

αιαEdit

Αίας

αιγEdit

αίγα - αίγαγρος - αιγαία - αιγαιακά - αιγαιακέ - αιγαιακές - αιγαιακή - αιγαιακής - αιγαιακό - αιγαιακοί - αιγαιακός - αιγαιακού - αιγαιακούς - αιγαιακών - αιγαίας - αιγαίε - αιγαίες - Αιγαίο - αιγαίοι - αιγαιοπελαγίτικος - αιγαίος - αιγαίου - αιγαίους - αίγειρος - Αιγεύς - αιγιαλίτης - αιγιαλίτιδα - αιγιαλίτις - αιγιαλός - αιγίδα - Αίγισθος - Αίγλη - αίγλη - αιγοβοσκός - αιγόδερμα - αιγόκερος - Αιγόκερως - αιγοπρόβατα - Αιγύπτια - αιγυπτιακά - αιγυπτιακέ - αιγυπτιακές - αιγυπτιακή - αιγυπτιακής - αιγυπτιακό - αιγυπτιακοί - αιγυπτιακός - αιγυπτιακού - αιγυπτιακούς - αιγυπτιακών - αιγυπτιολογία - αιγυπτιολογικά - αιγυπτιολογικέ - αιγυπτιολογικές - αιγυπτιολογική - αιγυπτιολογικής - αιγυπτιολογικό - αιγυπτιολογικοί - αιγυπτιολογικός - αιγυπτιολογικού - αιγυπτιολογικούς - αιγυπτιολογικών - αιγυπτιολόγος - Αιγύπτιος - Αιγυπτιώτης - Αίγυπτος

αιδEdit

αιδεσιμότατος - αιδημοσύνη - αιδήμων - αιδιολειξία - αιδοίο - αιδοιολείκτης - αιδοιολειξία - αιδοιολειχία - αιδοίον - αιδούμαι - αιδώς

αιθEdit

αιθάλη - αιθαλομίχλη - αιθέρας - αιθέριος - αιθεροβάμων - αιθεροβάτης - αιθεροβατώ - αιθερολογία - αιθερολόγος - αιθήρ - Αιθιοπία - αίθουσα - αιθουσάρχης - Αίθρα - αιθρία - αιθριάζω - αιθρίασμα - αίθριο - αίθριος - αιθυλένιο - αιθυλένιον - αιθυλικά - αιθυλικέ - αιθυλικές - αιθυλική - αιθυλικής - αιθυλικό - αιθυλικοί - αιθυλικός - αιθυλικού - αιθυλικούς - αιθυλικών - αιθύλιο - αιθύλιον

αικEdit

Αικατερίνη

αιλEdit

αιλουροειδές - αιλουροειδή - αιλουροειδής - αίλουρος

αιμEdit

αίμα - αιμαγγείωμα - αϊμάρα - αιμασιά - αιμάσσων - αιματάλευρο - αιματέμεση - αιματέμεσις - αιματηρά - αιματηρέ - αιματηρές - αιματηρή - αιματηρής - αιματηρό - αιματηροί - αιματηρός - αιματηρού - αιματηρούς - αιματηρών - αιματικά - αιματικέ - αιματικές - αιματική - αιματικής - αιματικό - αιματικοί - αιματικός - αιματικού - αιματικούς - αιματικών - αιματίνη - αιμάτινος - αιματίτης - αιματοβαμμένος - αιματόβρεκτος - αιματόβρεχτος - αιματοειδής - αιματοκρίτης - αιματοκυλίζω - αιματοκύλισμα - αιματοκυλισμένος - αιματοκυλώ - αιματολογία - αιματολογικά - αιματολογικέ - αιματολογικές - αιματολογική - αιματολογικής - αιματολογικό - αιματολογικοί - αιματολογικός - αιματολογικού - αιματολογικούς - αιματολογικών - αιματολόγος - αιματόμετρο - αιματοποσία - αιματοπότης - αιματοπότιστος - αιματόρροια - αιματουρία - αιματόχροος - αιματόχρους - αιματοχυσία - αιματώδης - αιμάτωμα - αιμάτωση - Αιμιλία - Αιμιλιανός - Αιμίλιος - αιμοβορία - αιμοβόρικα - αιμοβόρικος - αιμοβόρος - αιμογλοβίνη - αιμοδιάγραμμα - αιμοδιψής - αιμοδοσία - αιμοδότης - αιμοδότρια - αιμοδυναμική - αιμοκάθαρση - αιμοκάθαρσις - αιμοκαλλιέργεια - αιμοληψία - αιμόλυση - αιμολυσία - αιμολυτικά - αιμολυτικέ - αιμολυτικές - αιμολυτική - αιμολυτικής - αιμολυτικό - αιμολυτικοί - αιμολυτικός - αιμολυτικού - αιμολυτικούς - αιμολυτικών - αιμομίκτης - αιμομίκτρια - αιμομιξία - αιμομίχτης - αιμομίχτρια - αιμοπετάλιο - αιμοποίηση - αιμοποσία - αιμόπτυση - αιμόπτυσις - αιμορραγία - αιμορραγικά - αιμορραγικέ - αιμορραγικές - αιμορραγική - αιμορραγικής - αιμορραγικό - αιμορραγικοί - αιμορραγικός - αιμορραγικού - αιμορραγικούς - αιμορραγικών - αιμορραγώ - αιμορροΐδα - αιμορροΐς - αιμορροφιλία - αιμορροφιλικά - αιμορροφιλικέ - αιμορροφιλικές - αιμορροφιλική - αιμορροφιλικής - αιμορροφιλικό - αιμορροφιλικοί - αιμορροφιλικός - αιμορροφιλικού - αιμορροφιλικούς - αιμορροφιλικών - αιμορροώ - Αίμος - αιμοσταγής - αιμόσταση - αιμοστασία - αιμόστασις - αιμοστατικά - αιμοστατικέ - αιμοστατικές - αιμοστατική - αιμοστατικής - αιμοστατικό - αιμοστατικοί - αιμοστατικός - αιμοστατικού - αιμοστατικούς - αιμοστατικών - αιμοσφαιρίνη - αιμοσφαίριο - αιμοσφαίριον - αιμοφιλία - αιμοφιλικά - αιμοφιλικέ - αιμοφιλικές - αιμοφιλική - αιμοφιλικής - αιμοφιλικό - αιμοφιλικοί - αιμοφιλικός - αιμοφιλικού - αιμοφιλικούς - αιμοφιλικών - αιμόφιλος - αιμοφόρος - αιμόφυρτος - αιμοχαρής - αιμοχρωστικός - αιμωδία - αιμωδίαση - Αίμων

αινEdit

Αινείας - αινέσιμος - αινετά - αινετέ - αινετές - αινετή - αινετής - αινετό - αινετοί - αινετός - αινετού - αινετούς - αινετών - αίνιγμα - αινιγματικά - αινιγματικέ - αινιγματικές - αινιγματική - αινιγματικής - αινιγματικό - αινιγματικοί - αινιγματικός - αινιγματικότης - αινιγματικότητα - αινιγματικού - αινιγματικούς - αινιγματικών - αίνος - Αϊνστάιν Άλμπερτ - αϊνστάνιο - άιντε - αινώ

αιξEdit

αιξ

αιοEdit

αιολικά - αιολικέ - αιολικές - αιολική - αιολικής - αιολικό - αιολικοί - αιολικός - αιολικού - αιολικούς - αιολικών - Αίολος - αιοποιώ

αιπEdit

αιπόλος

αιρEdit

αίρεση - αιρεσιάρχης - αίρεσις - αιρετά - αιρετέ - αιρετές - αιρετή - αιρετής - αιρετικά - αιρετικέ - αιρετικές - αιρετική - αιρετικής - αιρετικό - αιρετικοί - αιρετικός - αιρετικού - αιρετικούς - αιρετικών - αιρετό - αιρετοί - αιρετός - αιρετού - αιρετούς - αιρετών - αιρκοντίσιον - αίρμπας - αίρω

αισEdit

αισθάνομαι - αισθαντικά - αισθαντικέ - αισθαντικές - αισθαντική - αισθαντικής - αισθαντικό - αισθαντικοί - αισθαντικός - αισθαντικότης - αισθαντικότητα - αισθαντικού - αισθαντικούς - αισθαντικών - αισθαντικώς - αίσθημα - αισθηματίας - αισθηματικά - αισθηματικέ - αισθηματικές - αισθηματική - αισθηματικής - αισθηματικό - αισθηματικοί - αισθηματικός - αισθηματικότης - αισθηματικότητα - αισθηματικού - αισθηματικούς - αισθηματικών - αισθηματικώς - αισθηματισμός - αισθηματολογία - αισθηματολογώ - αίσθηση - αισθησιακά - αισθησιακέ - αισθησιακές - αισθησιακή - αισθησιακής - αισθησιακό - αισθησιακοί - αισθησιακός - αισθησιακού - αισθησιακούς - αισθησιακών - αισθησιαρχία - αισθησιαρχικά - αισθησιαρχικέ - αισθησιαρχικές - αισθησιαρχική - αισθησιαρχικής - αισθησιαρχικό - αισθησιαρχικοί - αισθησιαρχικός - αισθησιαρχικού - αισθησιαρχικούς - αισθησιαρχικών - αισθησιασμός - αισθησιοκρατία - αισθησιοκρατικά - αισθησιοκρατικέ - αισθησιοκρατικές - αισθησιοκρατική - αισθησιοκρατικής - αισθησιοκρατικό - αισθησιοκρατικοί - αισθησιοκρατικός - αισθησιοκρατικού - αισθησιοκρατικούς - αισθησιοκρατικών - αίσθησις - αισθητά - αισθητέ - αισθητές - αισθητή - αισθητηριακά - αισθητηριακέ - αισθητηριακές - αισθητηριακή - αισθητηριακής - αισθητηριακό - αισθητηριακοί - αισθητηριακός - αισθητηριακού - αισθητηριακούς - αισθητηριακών - αισθητήριο - αισθητήριον - αισθητήριος - αισθητής - αισθητικά - αισθητικέ - αισθητικές - αισθητική - αισθητικής - αισθητικό - αισθητικοί - αισθητικός - αισθητικότης - αισθητικότητα - αισθητικού - αισθητικούς - αισθητικών - αισθητικώς - αισθητισμός - αισθητό - αισθητοί - αισθητοποίηση - αισθητοποίησις - αισθητοποιώ - αισθητός - αισθητότης - αισθητότητα - αισθητού - αισθητούς - αισθητών - αισθητώς - αίσια - αισιόδοξα - αισιοδοξία - αισιόδοξος - αισιοδοξώ - αισιοδόξως - αίσιος - αισίως - άισμπεργκ - αίσχος - αισχρά - αισχρέ - αισχρές - αισχρή - αισχρής - αισχρό - αισχρογράφημα - αισχρογράφος - αισχροί - αισχροκέρδεια - αισχροκερδής - αισχροκερδώ - αισχροκερδώς - αισχρολόγημα - αισχρολογία - αισχρολογικά - αισχρολογικέ - αισχρολογικές - αισχρολογική - αισχρολογικής - αισχρολογικό - αισχρολογικοί - αισχρολογικός - αισχρολογικού - αισχρολογικούς - αισχρολογικών - αισχρολογικώς - αισχρόλογο - αισχρολόγος - αισχρολογώ - αισχρός - αισχρότης - αισχρότητα - αισχρού - αισχρούς - αισχρών - αισχρώς - αισχύλειος - αισχυλικά - αισχυλικέ - αισχυλικές - αισχυλική - αισχυλικής - αισχυλικό - αισχυλικοί - αισχυλικός - αισχυλικού - αισχυλικούς - αισχυλικών - Αισχύλος - αισχύνη - αισχύνομαι - αισχυντηλά - αισχυντηλέ - αισχυντηλές - αισχυντηλή - αισχυντηλής - αισχυντηλό - αισχυντηλοί - αισχυντηλός - αισχυντηλού - αισχυντηλούς - αισχυντηλών - αισώπειος - Αίσωπος

αιτEdit

Αϊτή - αίτημα - αίτηση - αίτησις - αιτητικά - αιτητικέ - αιτητικές - αιτητική - αιτητικής - αιτητικό - αιτητικοί - αιτητικός - αιτητικού - αιτητικούς - αιτητικών - αιτία - αιτιάζομαι - αϊτιανά - αιτιαρχία - αιτίαση - αιτίασις - αιτιατά - αιτιατέ - αιτιατές - αιτιατή - αιτιατής - αιτιατική - αιτιατό - αιτιατοί - αιτιατός - αιτιατού - αιτιατούς - αιτιατών - αίτιο - αιτιοκρατία - αιτιοκρατικά - αιτιοκρατικέ - αιτιοκρατικές - αιτιοκρατική - αιτιοκρατικής - αιτιοκρατικό - αιτιοκρατικοί - αιτιοκρατικός - αιτιοκρατικού - αιτιοκρατικούς - αιτιοκρατικών - αιτιολογημένος - αιτιολόγηση - αιτιολόγησις - αιτιολογία - αιτιολογικά - αιτιολογικέ - αιτιολογικές - αιτιολογική - αιτιολογικής - αιτιολογικό - αιτιολογικοί - αιτιολογικός - αιτιολογικού - αιτιολογικούς - αιτιολογικών - αιτιολογώ - αίτιος - αιτιότης - αιτιότητα - αιτιώδης - αιτιώμαι - αϊτονύχης - αϊτονύχισσα - αϊτός - αιτούμαι - αιτούσα - αιτώ - Αιτωλικό - αιτών

αιφEdit

αίφνης - αιφνίδια - αιφνιδιάζω - αιφνιδιασμένος - αιφνιδιασμός - αιφνιδιαστικά - αιφνιδιαστικέ - αιφνιδιαστικές - αιφνιδιαστική - αιφνιδιαστικής - αιφνιδιαστικό - αιφνιδιαστικοί - αιφνιδιαστικός - αιφνιδιαστικού - αιφνιδιαστικούς - αιφνιδιαστικών - αιφνιδιαστικώς - αιφνίδιος - αιφνιδίως - αιχμαλωσία - αιχμαλωτίζω - αιχμαλώτιση - αιχμαλώτισις - αιχμαλωτισμένος - αιχμάλωτος - αιχμή - αιχμηρά - αιχμηρέ - αιχμηρές - αιχμηρή - αιχμηρής - αιχμηρό - αιχμηροί - αιχμηρός - αιχμηρότης - αιχμηρότητα - αιχμηρού - αιχμηρούς - αιχμηρών - αιχμηρώς - αιών - αιώνας - αιώνια - αιώνιος - αιωνιότης - αιωνιότητα - αιωνίως - αιωνόβιος - αιώρα - αιώρημα - αιώρηση - αιώρησις - αιωρόπτερο - αιωρούμαι - αιωρούμενος

ακEdit

ακαEdit

ακαβούρντιστος - ακαδημαϊκά - ακαδημαϊκός - ακαδημαϊκότης - ακαδημαϊκότητα - ακαδημαϊκώς - ακαδημία - Ακαδημία - Ακάδημος - ακαθάριστος - ακαθαρσία - ακάθαρτα - ακάθαρτος - ακαθάρτως - ακάθεκτα - ακάθεκτος - ακαθέκτως - Ακαθή - ακαθιέρωτος - ακάθιστος - ακαθοδήγητος - ακαθόριστα - ακαθόριστος - ακαθορίστως - άκαιρα - άκαιρες - άκαιρη - άκαιρης - άκαιρο - άκαιρος - άκαιρους - ακαίρως - άκακα - άκακες - άκακη - άκακης - ακακία - Ακάκιος - άκακο - άκακος - άκακους - ακάκως - ακαλαισθησία - ακαλαίσθητα - ακαλαίσθητος - ακαλαισθήτως - ακάλεστα - ακάλεστος - ακαλίγωτος - ακαλλιέργητος - ακαλλώπιστα - ακαλλώπιστος - ακαλλωπίστως - ακάλυπτα - ακάλυπτος - ακαλύπτως - ακάματα - ακαματεύω - ακαμάτης - ακαμάτικο - ακαμάτισσα - ακάματος - ακαμάτρα - ακαμάτως - άκαμπτα - άκαμπτες - άκαμπτη - άκαμπτης - άκαμπτο - άκαμπτος - άκαμπτους - ακάμπτως - ακαμψία - ακάμωτος - άκανθα - ακάνθινος - άκανθος - Ακανθού - ακανθόχοιρος - ακανθώδης - ακανόνιστα - ακανόνιστος - ακανονίστως - ακαπάρωτα - ακαπάρωτος - ακαπέλωτα - ακαπέλωτος - ακαπήλευτος - ακαπίστρωτος - ακαπλάντιστος - άκαπνες - άκαπνη - άκαπνης - ακάπνιστος - άκαπνο - άκαπνος - άκαπνους - άκαρδα - άκαρδες - άκαρδη - άκαρδης - ακαρδία - άκαρδο - άκαρδος - άκαρδους - άκαρι - ακαριαία - ακαριαίας - ακαριαίε - ακαριαίες - ακαριαίο - ακαριαίοι - ακαριαίος - ακαριαίου - ακαριαίους - ακαριαίως - άκαρπα - άκαρπες - άκαρπη - άκαρπης - ακαρπία - ακάρπιστα - ακάρπιστος - άκαρπο - άκαρπος - άκαρπους - ακαρποφόρητος - ακάρπως - ακαρύκευτος - ακάρφωτος - ακασσιτέρωτος - ακατάβλητα - ακατάβλητος - ακαταβλήτως - ακατάβρεκτος - ακατάβρεχτος - ακαταβύθιστος - ακατάγγελτος - ακαταγώνιστος - ακαταγωνίστως - ακατάδεκτα - ακατάδεκτος - ακαταδέκτως - ακαταδεξία - ακαταδεξιά - ακατάδεχτα - ακατάδεχτος - ακαταδίωκτος - ακαταίσχυντος - ακατάκτητος - ακαταλαβίστικος - ακατάληκτος - ακατάληπτα - ακατάληπτος - ακαταλήπτως - ακατάλληλα - ακατάλληλος - ακαταλληλότης - ακαταλληλότητα - ακαταλλήλως - ακαταλόγιαστα - ακαταλόγιαστος - ακαταλόγιστα - ακαταλόγιστος - ακαταλογίστως - ακατάλυτα - ακατάλυτος - ακαταλύτως - ακαταμάχητα - ακαταμάχητος - ακαταμαχήτως - ακαταμέτρητος - ακατανάλωτος - ακατανίκητα - ακατανίκητος - ακατανικήτως - ακατανοησία - ακατανόητα - ακατανόητος - ακατανοήτως - ακατάπαυστα - ακατάπαυστος - ακαταπαύστως - ακατάπαυτα - ακατάπαυτος - ακαταπαύτως - ακαταπολέμητος - ακαταπόνητα - ακαταπόνητος - ακαταπονήτως - ακαταρτισία - ακατάρτιστα - ακατάρτιστος - ακαταρτίστως - ακατάσβεστος - ακατασίγαστος - ακατασκεύαστος - ακατασκευάστως - ακαταστάλακτα - ακαταστάλακτος - ακαταστάλαχτα - ακαταστάλαχτος - ακαταστασία - ακατάστατα - ακατάστατος - ακαταστάτως - ακατάσχετα - ακατάσχετος - ακατασχέτως - ακατατόπιστα - ακατατόπιστος - ακατατοπίστως - ακαταφρόνετος - ακαταφρόνητα - ακαταφρόνητος - ακαταφρονήτως - ακαταχώριστος - ακατέβατα - ακατέβατος - ακατεδάφιστος - ακατέργαστα - ακατέργαστος - ακατεργάστως - ακάτεχος - ακατηγόρητα - ακατηγόρητος - ακατηγορήτως - ακατήχητος - ακάτιος - ακατοίκητος - ακατονόμαστα - ακατονόμαστος - ακατονομάστως - ακατόρθωτος - άκατος - ακατοχύρωτος - άκαυτες - άκαυτη - ακαυτηρίαστα - ακαυτηρίαστος - ακαυτηριάστως - άκαυτης - άκαυτο - άκαυτος - άκαυτους

ακεEdit

ΑΚΕ - ΑΚΕΛ - ακέντητος - ακένωτος - ΑΚΕΠ - ακέραια - ακέραιος - ακέραιος αριθμός - ακεραιότητα - ακεραίως - ακέραστος - ακερδής - ακέριος - ακέρωτος - ακετόνη - άκεφα - ακέφαλος - άκεφες - άκεφη - άκεφης - ακεφιά - ακεφία - άκεφο - άκεφος - άκεφους

ακηEdit

ακήβδηλος - ακηβδήλως - ακηδεμόνευτα - ακηδεμόνευτος - ακηδεμονεύτως - ακήδευτος - ακηδής - ακηδία - ακηδώς - ακηλίδωτος - ακήρατος - ακήρυκτα - ακήρυκτος - ακηρύκτως - ακήρυχτα - ακήρυχτος

ακιEdit

ακίδα - ακιδωτά - ακιδωτέ - ακιδωτές - ακιδωτή - ακιδωτής - ακιδωτό - ακιδωτοί - ακιδωτός - ακιδωτού - ακιδωτούς - ακιδωτών - ακίνδυνα - ακίνδυνος - ακινδύνως - ακινησία - ακίνητα - ακινητοποιημένος - ακινητοποίηση - ακινητοποίησις - ακινητοποιώ - ακίνητος - ακινητώ - ακινήτως

ακκEdit

ακκίζομαι - ακκισμός

ακλEdit

ακλάδευτος - άκλαυτα - άκλαυτες - άκλαυτη - άκλαυτης - άκλαυτο - άκλαυτος - άκλαυτους - ακλαύτως - ακλεής - ακλείδωτα - ακλείδωτος - ακλεώς - άκληρες - άκληρη - άκληρης - ακληρία - άκληρο - ακληρονόμητος - άκληρος - άκληρους - ακλήρως - ακλήρωτος - άκλητες - ακλήτευτος - άκλητη - άκλητης - ακλητί - άκλητο - άκλητος - άκλητους - ακλήτως - άκλιτα - άκλιτες - άκλιτη - άκλιτης - άκλιτο - άκλιτος - άκλιτους - ακλίτως - ακλόνητα - ακλόνητος - ακλονήτως - ακλυδώνιστα - ακλυδώνιστος - ακλυδωνίστως - άκλωστες - άκλωστη - άκλωστης - άκλωστο - άκλωστος - άκλωστους

ακμEdit

ακμάζω - ακμαία - ακμαίας - ακμαίε - ακμαίες - ακμαίο - ακμαίοι - ακμαίος - ακμαίου - ακμαίους - ακμαίως - ακμή - άκμονας

ακοEdit

ακοή - ακοίμητος - ακοινοποίητος - ακοινωνησία - ακοινώνητα - ακοινώνητος - ακοινωνήτως - ακοίταχτα - ακοίταχτος - ακολασία - ακόλαστα - ακολασταίνω - ακόλαστος - ακολάστως - ακολλάριστος - ακόλλητος - ακόλουθα - ακολούθημα - ακολουθία - ακόλουθος - ακολουθούμενος - ακολουθώ - ακολούθως - ακόμα - ακόμη - ακόμη και - ακόμη και αν - ακόμιστος - ακομμάτιαστα - ακομμάτιαστος - ακομμάτιστος - ακομπανιαμέντο - ακομπανιάρισμα - ακομπανιάρω - άκομψα - άκομψες - άκομψη - άκομψης - άκομψο - άκομψος - άκομψους - ακόμψως - ακόνη - ακονητής - ακονητών - ακόνι - ακονίζω - ακόνισμα - ακονισμένος - ακονιστήρι - ακονιστής - ακονιστικά - ακονιστικέ - ακονιστικές - ακονιστική - ακονιστικής - ακονιστικό - ακονιστικοί - ακονιστικός - ακονιστικού - ακονιστικούς - ακονιστικών - ακονιστών - ακονόπετρα - ακοντίζω - ακόντιο - ακόντιον - ακόντιση - ακόντισις - ακοντισμός - ακοντιστές - ακοντιστή - ακοντιστής - ακοντίστρια - ακοντιστών - ακοόγραμμα - ακοομέτρης - ακοομέτρηση - ακοομετρία - ακοομετρικός - ακοόμετρο - ακοόμετρον - άκοπα - ακοπάνιστα - ακοπάνιστος - άκοπες - άκοπη - άκοπης - άκοπο - άκοπος - άκοπους - ακόπως - ακόρεστα - ακόρεστος - ακορέστως - ακορνιζάριστος - ακορνίζωτος - ακορντεόν - ακορντεονίστας - ακόρντο - ακόρυφος - ακορύφωτος - ακοσκίνιστα - ακοσκίνιστος - άκοσμα - άκοσμες - άκοσμη - άκοσμης - ακόσμητα - ακόσμητος - ακοσμήτως - ακοσμία - άκοσμο - άκοσμος - άκοσμους - ακόσμως - ακοστάρισμα - ακοστάρω - ακοστολόγητα - ακοστολόγητος - ακουαμαρίνα - ακουαρέλα - ακουαρελίστας - ακουάριο - ακουαφόρτε - ακούγω - ακουμπισμένος - ακουμπιστήρι - ακουμπώ - ακούμπωτος - ακούνητα - ακούνητος - ακουόγραμμα - ακουομέτρηση - ακουομετρία - ακουόμετρο - ακούραστα - ακούραστος - ακούρδιστος - άκουρες - ακούρευτος - άκουρη - άκουρης - ακούρντιστος - άκουρο - άκουρος - άκουρους - ακούρσευτα - ακούρσευτος - ακούσια - ακούσιος - ακουσίως - άκουσμα - ακουσμένος - ακουστά - ακουστέ - ακουστές - ακουστή - ακουστής - ακουστικά - ακουστικέ - ακουστικές - ακουστική - ακουστικής - ακουστικό - ακουστικοί - ακουστικός - ακουστικότης - ακουστικότητα - ακουστικού - ακουστικούς - ακουστικών - ακουστό - ακουστοί - ακουστός - ακουστού - ακουστούς - ακουστών - ακούω - άκοφτες - άκοφτη - άκοφτης - άκοφτο - άκοφτος - άκοφτους

ακρEdit

άκρα - ακράδαντα - ακράδαντος - ακραδάντως - ακραία - ακραίας - ακραίε - ακραίες - ακραίο - ακραίοι - ακραίος - ακραίου - ακραίους - ακραιφνής - ακραιφνώς - ακράτεια - άκρατες - άκρατη - άκρατης - ακρατής - ακράτητα - ακράτητος - ακρατήτως - άκρατο - άκρατος - άκρατους - ακράτως - ακρατώς - άκρη - άκρια - ακριανά - ακριανέ - ακριανές - ακριανή - ακριανής - ακριανό - ακριανοί - ακριανός - ακριανού - ακριανούς - ακριανών - ακριβά - ακριβαίνω - ακριβέ - ακρίβεια - ακριβές - Ακριβή - ακριβή - ακριβής - ακριβό - ακριβοδίκαια - ακριβοδίκαιος - ακριβοδικαίως - ακριβοθυγατέρα - ακριβοθώρητος - ακριβοί - ακριβολογία - ακριβολόγος - ακριβολογώ - ακριβομίλητος - ακριβοπληρωμένος - ακριβοπληρώνω - ακριβοπουλημένος - ακριβοπουλώ - ακριβός - ακριβού - ακριβούς - ακριβούτσικα - ακριβούτσικος - ακριβών - ακριβώς - ακρίδα - ακριδοφαγία - ακριλικά - ακριλικέ - ακριλικές - ακριλική - ακριλικής - ακριλικό - ακριλικοί - ακριλικός - ακριλικού - ακριλικούς - ακριλικών - ακριμάτιστος - ακρινά - ακρινέ - ακρινές - ακρινή - ακρινής - ακρινό - ακρινοί - ακρινός - ακρινού - ακρινούς - ακρινών - ακρίς - ακρισία - άκριτα - ακρίτας - άκριτες - άκριτη - άκριτης - ακρίτης - ακριτικά - ακριτικέ - ακριτικές - ακριτική - ακριτικής - ακριτικό - ακριτικοί - ακριτικός - ακριτικού - ακριτικούς - ακριτικών - άκριτο - ακριτομυθία - ακριτόμυθος - άκριτος - άκριτους - ακρίτως - άκρο - ακροάζομαι - ακρόαμα - ακροαματικά - ακροαματικέ - ακροαματικές - ακροαματική - ακροαματικής - ακροαματικό - ακροαματικοί - ακροαματικός - ακροαματικότης - ακροαματικότητα - ακροαματικού - ακροαματικούς - ακροαματικών - ακροαριστερά - ακροαριστερέ - ακροαριστερές - ακροαριστερή - ακροαριστερής - ακροαριστερό - ακροαριστεροί - ακροαριστερός - ακροαριστερού - ακροαριστερούς - ακροαριστερών - ακρόαση - ακροαστικά - ακροαστικέ - ακροαστικές - ακροαστική - ακροαστικής - ακροαστικό - ακροαστικοί - ακροαστικός - ακροαστικού - ακροαστικούς - ακροαστικών - ακροατές - ακροατή - ακροατήριο - ακροατής - ακροάτρια - ακροατών - ακροβασία - ακροβάτης - ακροβατικά - ακροβατικέ - ακροβατικές - ακροβατική - ακροβατικής - ακροβατικό - ακροβατικοί - ακροβατικός - ακροβατικού - ακροβατικούς - ακροβατικών - ακροβάτις - ακροβατισμός - ακροβάτισσα - ακροβατώ - ακροβολίζομαι - ακροβολισμένος - ακροβολισμός - ακροβολιστής - ακροβολιστί - ακροβυστία - ακρογιάλι - ακρογιαλιά - ακρογωνιαία - ακρογωνιαίας - ακρογωνιαίε - ακρογωνιαίες - ακρογωνιαίο - ακρογωνιαίοι - ακρογωνιαίος - ακρογωνιαίου - ακρογωνιαίους - ακροδέκτης - ακροθαλάσσι - ακροθαλασσιά - ακροθιγής - ακροθιγώς - ακροκεντρικός - ακροκέραμο - ακροκέραμος - ακρολαΐνη - ακρολεΐνη - ακρόλιθο - ακρόλιθος - ακρολίμανο - ακρομεγαλία - άκρον - ακροπατώ - ακροποδητί - Ακρόπολη - ακρόπολις - ακροποσθία - ακροποταμιά - ακρόπρωρο - ακρόπρωρον - ακροπύργιο - ακροπύργιον - άκρος - ακροστασία - ακροστιχίδα - ακροστιχίς - ακροστόλι - ακροτελεύτιος - ακρότης - ακρότητα - ακροχορδών - ακροώμαι - ακρυλικά - ακρυλικέ - ακρυλικές - ακρυλική - ακρυλικής - ακρυλικό - ακρυλικοί - ακρυλικός - ακρυλικού - ακρυλικούς - ακρυλικών - ακρωδυνία - ακρώμιο - ακρώμιον - ακρωνύμιο - ακρώνυμο - ακρώρεια - ακρωτήρι - ακρωτηριάζω - ακρωτηρίαση - ακρωτηρίασις - ακρωτηριασμά - ακρωτηριασμέ - ακρωτηριασμένος - ακρωτηριασμές - ακρωτηριασμής - ακρωτηριασμό - ακρωτηριασμοί - ακρωτηριασμός - ακρωτηριασμού - ακρωτηριασμούς - ακρωτηριασμών - ακρωτήριο - ακρωτήριον

ακτEdit

ακταία - ακταίας - ακταίε - ακταίες - ακταίο - ακταίοι - Ακταίος - ακταίος - ακταίου - ακταίους - ακταιωρός - ακταρμάς - ακτή - Ακτή Ελεφαντοστού - ακτήμονας - ακτημοσύνη - ακτήμων - ακτιβισμός - ακτίνα - ακτινενέργεια - ακτινεργία - ακτινίδιο - ακτίνιο - ακτινοβολία - ακτινοβόλος - ακτινοβολώ - ακτινογράφηση - ακτινογράφησις - ακτινογραφία - ακτινογραφικά - ακτινογραφικέ - ακτινογραφικές - ακτινογραφική - ακτινογραφικής - ακτινογραφικό - ακτινογραφικοί - ακτινογραφικός - ακτινογραφικού - ακτινογραφικούς - ακτινογραφικών - ακτινογραφικώς - ακτινογραφώ - ακτινοθεραπεία - ακτινολογία - ακτινολογικά - ακτινολογικέ - ακτινολογικές - ακτινολογική - ακτινολογικής - ακτινολογικό - ακτινολογικοί - ακτινολογικός - ακτινολογικού - ακτινολογικούς - ακτινολογικών - ακτινολογικώς - ακτινολόγος - ακτινοσκόπηση - ακτινοσκόπησις - ακτινοσκοπικά - ακτινοσκοπικέ - ακτινοσκοπικές - ακτινοσκοπική - ακτ